Ύμνοι και θρήνοι της Αλώσεως

Στη Συλλογή του Σίμωνος Καρρά (“Σύλλογος προς διάδοσιν της εθνικής μουσικής”) περιέχονται λαϊκοί θρήνοι για την άλωση της Πόλης. Ο δίσκος φέρει τον τίτλο «Ύμνοι και Θρήνοι της Αλώσεως».

455.1 Ύμνοι και θρύλοι για την άλωση 1

Στο οπισθόφυλλο του δίσκου καταχωρείται το παρακάτω κείμενο:

‘Ότε, κατά Μάρτιον τού 1449, ο Κωνσταντίνος Δράγαζης Παλαιολό­γος ανελάμβανε την βασιλεία, μόνον ή Κωνσταντινούπολις και το περί αυτήν ήσαν ελεύθερα ή λοιπή ελληνική χώρα κατείχετο, είτε από τους εκ της Δύσεως επιδρομείς Σταυροφόρους, είτε από τον Τούρκο, τού όποίου έδρα ήτο ή Αδριανούπολις. Δύο ανεξάρτητα εισέτι τμήματα τού ελληνισμού: Το Δεσποτάτον τού Μορέως και ή Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας, εν περιπτώσει κινδύνου, ήσαν ανίκανα να βοηθήσουν την Βασιλεύουσαν.

Παλαίων προς πλείστας όσας δυσχέρειας, οικονομικάς και στρατιωτι­κάς, οργάνωσε τα πράγματα τόσον επιτυχώς, ώστε, κατά την πολιορκία της Πόλεως το 1453, αι μόλις 6 έως 7 χιλιάδες ελλήνων και τίνων ξένων μαχητών, ν’ αντιπαραταχθούν με θάρρος και αποφασιστικότητα έναντι πλήθους 150.000 τούρκων, οίτινες υπερείχαν και κατά το ναυτικό και το πυροβολικό, εις το οποίον και υπέκυψε εν τέλει το απόρθητον τείχος της Κωνσταντινουπόλεως.

Είναι τραγική ή παρά των τότε ιστορικών περιγραφή της πόλης εκείνης της χριστιανικής πίστεως προς την απιστία, τού πολιτισμού κατά της βαρβαρότητας.

Ό βασιλεύς πανταχού παρών κατά την πολιορκίαν, προτρέπων, εν­θαρρύνων, νουθετών και μαχόμενος ως απλούς στρατιώτης.

Ή προς τον Μωάμεθ απάντησίς του: “τό δέ τήν Πόλην σοι δούναι, ουτ’ έμόν έστίν, ουτ’ άλλου τών κατοικούντων έν αύτή, κοινή γάρ γνώμη πάντες αύτοπροαιρέτως όποθανούμεν και ού φεισθόμεθα της ζωής ήμών” ένθυμίζει τό “Μολών λαβέ” τού Λεωνίδου και αι έν τω τελευταίω, πρό της αλώσεως, Συμβουλίου παρακαταθήκαι του, παρομοιάζονται προς όσα ο Κύριος συνεβούλευεν έν τω Μυστικώ Δείπνω, τους μαθητάς Του.

Και έπειτα, το δράμα:Μαχόμενος και αμυνόμενος παρά την πύλην του Ρωμανού, μόνος πλέον, έν μέσω, τού πλημμυρούντος τήν Πόλιν βαρβαρικού στρατού, έφώ­ναξεν: ‘Η Πόλις αλίσκεται και εγώ ζω έτι δεν υπάρχει χριστιανός να λάβη την κεφαλήν μου; Και τότε, τούρκος πολεμιστής τον έκτύπησεν εκ των νώτων, δια να παραδώση εις τον ‘Ύψιστον την άγίαν ψυχήν του.

‘Απ’ εκείνης της στιγμής, έσβησε τό Βυζάντιον, ό πυρφόρος του έλ­ληνοχριστιανικού πολιτισμού, ο εκπολιτιστής της Οικουμένης και μια βαριά ταφόπετρα δουλείας αβάστακτου έκάθισεν επί τού ελληνικού ‘Έθνους δουλείας ‘που έκράτησε 400 χρόνια, ως που ‘να φθάσωμεν εις τού Ρήγα το «’Ως πότε παλληκάρια,» και τήν κλαγήν των σπαθιών και των καριοφιλιών τού 1821.

Τον Κωνσταντίνον όμως, με τον ενάρετο βίο του, τους υπέρ Χρι­στού και της Πατρίδος αγώνας του και το μαρτυρικό του τέλος, ζών­τα νεκρόν – “μαρμαρωμένον” – ύπ’ αγγέλων δόξης δορυφορούμενον, και από του τάφου κατευθύνοντα τήν πορείαν τού Γένους, θεωρεί ό λαός μας.

Μέ αυτήν δε την κοινήν αντίληψιν περί τού μαρτυρίου και της αγιότητας τού Κωνσταντίνου και των συν αύτω Μαρτύρων της Κωνσταντινου­πόλεως, έγινε κατά την 500ετηρίδα της ‘Αλώσεως, πρότασης περί επισήμου αναγνωρίσεως της αγιότητάς των. Τότε έγινε και ή εν τω έξωφύλλω είκών. ‘Έκτοτε συνηρμόσθησαν και τροπάρια, ως τα εν τω δίσκω, βασισθέν­τα εις ανάλογον άκολουθίαν των εν ‘Αμορίω Μαρτύρων, τους όποίους, όχι μετά 500 έτη, αλλ’ ευθύς αμέσως ανεκήρυξεν άγίους ή ‘Εκκλησία.

455.2 Ύμνοι και θρύλοι για την άλωση 1α

Ή άλωσις της Κωνσταντινουπόλεως, έθρηνήθη, όσο κανένα άλλο άτυ­χές γεγονός, εις την Ιστορία τού Ελληνισμού. ‘Από τον Πόντο και τή Μι­κρό ‘Ασία, ως τη Θράκη, τη Μακεδονία, τη Στερεά Ελλάδα και την Κρήτη, υπάρχουν θρήνοι της αλώσεως, οι περισσότεροι απ’ τους όποίους ανάγον­ται – κατά τη λαϊκή παράδοση – εις την τελευταία ατελείωτη λειτουργία εις την ‘Αγία Σοφιά, άπου, ενώ “ψέλνει δεξιά ό Βασιλιάς, ζερβά ό Πα­τριάρχης, ακούεται ψηλή φωνή απ’ ‘Αρχαγγέλου στόμα”, απαγγέλλουσα     τη θεία καταδίκη:

Πάψετε το χιρουβικό και τ’ άξιον εστίν 

γιατ’ είναι θέλημα Θεού,

ή Πόλη να τουρκέψη“,

ενώ εις άλλoυς ή φωνή φθάνει σε καράβι αγιορείτικο, που πορεύεται στα πέλαγα, έχοντας στην πλώρη το σταυρό, στην πρύμνη το βαγγέλιο.

‘Άλλοι πάλι θρήνοι στέλλουν, με τα πουλιά της ανοίξεως, τα θλιβερά μαντάτα στα δύο ως τότε ελεύθερα τμήματα τού Ελληνισμού: το Δεσποτάτο της Πελοποννήσου (τού Μορέως) και την Αυτοκρατορία της Τρα­πεζούντος, ‘που αγωνιούσαν για την τύχη της πολιορκημένης Πολιτείας:

Αλοί σε μάς και βάι σε μάς, τήν Πόλη έπήρ’ ό Τούρκος

Εις τον κρητικό θρήνο, καλείται ή “Φραγκιά”, να ‘ρθη στη σκλαβωμένη Πόλη,

“πράμα ‘να μην αφήσουν.

να πάρουν την “Αγια Σοφιά μέ τά χρουσά τζη τέμπλα

να πάρουν τό βαγγέλιο, τράπεζα τών αγίω” ,

να πάρουν τά ελληνοχριστιανικά γράμματα και τους δασκάλους της, ώστε και με το χαμό της ακόμη, ‘να συμβάλει εις την πολιτιστική ανάπτυ­ξι της Ευρώπης και την αναγέννηση της παιδείας και των κλασικών σπου­δών,

Το ηπειρώτικο τραγούδι τού Κωνσταντη, ανταποκρίνεται ακρι­βώς εις την τραγική μοίρα τού βασιλέως μας Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, ‘που εκείνο το Μάϊο τόν ασβολερό και άστραποκαϋμένο, επρόκειτο – κατ’ απαίτηση τού λαού και της Συγκλήτου – ‘να ξαναπαντρευθή αλλά με τα τραγικά γεγονότα της αλώσεως, αντί τού γαμήλιου, εδέχθη τον της δόξης και τού μαρτυρίου αμαράντινον στέφανον. ‘Ενώ το επόμενο οργανικό “μυρολόγι” , με τα συρσίματα και τ’ αναφωνήματα τού κλαρίνου – απομίμηση τού θρήνου των νεκρών – επιτείνει και διευρύνει την ατμόσφαιρα λύπης και πένθους, εις την όποία, με τους θρήνους, ευρίσκεται ο ακροατής.

Θα ήτο δυνατόν ‘να επιλεγούν ανά ένας θρήνος από περισσοτέρας περιοχάς αλλ’ απεβλέψαμε εις την διαφοροποίηση των μουσικών οργάνων ‘που πρωταγωνιστούν, καθώς και εις τη μουσική και ‘ρυθμική ποικιλία (ήχοι διάφοροι και ‘ρυθμοί 4σημοι, 5σημοι, 7σημοι, 9σημοι) Διότι το πλείστον των θρήνων κι’ έχορεύοντο κατά το τριήμερο τού Πάσχα, γύρω ή προ των εκκλησιών, όπου – δυνάμει προνομίων – ουδείς άλλο πιστός παρευρίσκετο.

Έκεί έδίδετο ευκαιρία ν’ ακούσει ό σκλάβος, από την εθνική του ποίηση, τι είχε, τι έχασε, και τι τού ανήκε, ‘Εκεί έγαλβανίζετο το φρόνη­μα, εκεί ανεπτερώνοντο οι ελπίδες δια την ποθητή ανάσταση τού Γένους

Σώπασ’ Αφέντρα και Κυρά,

και μην πολλοδακρύζεις,

πάλι με χρόνια με καιρούς,

πάλι δικά μας θάναι

 

  1. Σημαίνει ο Θιός, σημαίν’ η γη (Σταυρωτό του Πάσχα, Νεοχώριον Χαλκιδικής)

  1. Ναϊλοί εμάς, να βάι εμάς(Ποντιακόν) 

  2.  Ισείς πουλιά μ’ πιτούμενα (Νιγρίτα Σερρών)

  1. Ο Κωσταντής κι ο Κωσταντάς  (Ηπειρώτικο ) με μοιρολόγι βορειοηπειρωτικό (οργανικό).

  2.  Κ’ η Δέσποινα ως το άκουσε (Ριζίτικο Κρητικό)

 

 

Συντάκτης: Αθανάσιος Δάλλας