Τα Πρότυπα και Πειραματικά Σχολεία σε κρίση

Άρθρο του Κωνσταντίνου Α. Μπουρλετίδη 
Φέτος έκλεισαν πέντε χρόνια από την ουσιαστική επαναλειτουργία των Προτύπων Σχολείων είτε ως Πρότυπα – Πειραματικά (μέχρι τον Μάρτιο του 2015) είτε ως Πρότυπα (από το 2015, μόνο τα πέντε ιστορικά σχολεία) και Πειραματικά.
Μην περιμένετε στο συγκεκριμένο άρθρο να επιχειρηματολογήσουμε για την διαχρονική προσφορά των εν λόγω σχολείων στην Ελληνική παιδεία και κοινωνία. Η συχνή επιλογή των σχολείων αυτών από γονείς για να φοιτήσουν σε αυτά παιδιά, που σήμερα αποτελούν σημαντικές προσωπικότητες στην Ελλάδα αλλά και παγκοσμίως στους χώρους της επιστήμης, του πολιτισμού, της δημόσιας ζωής και των επιχειρήσεων, προδίδει την αποδοχή του έργου που επιτελέστηκε και μπορεί να συνεχίσει να επιτελείται από τα σχολεία αυτά. Και μάλιστα  με ορίζοντα την κοινωνία και την κατά το δυνατό ανοικτή εκπαίδευση των ίσων ευκαιριών.
Αναμφισβήτητα η αποδοχή του συγκεκριμένου θεσμού από την Ελληνική κοινωνία ξεπέρασε κάθε προσδοκία την τελευταία πενταετία της επαναλειτουργίας τους. Ο αριθμός των αιτήσεων για τις εισαγωγικές εξετάσεις αυτών των σχολείων είναι σημαντικά πολλαπλάσιος των διαθέσιμων θέσεων και η αξιολογική διαδικασία επιλογής των μαθητών είναι απόλυτα αδιάβλητη και αντίστοιχη των Πανελλαδικών Εξετάσεων. Οι εκπαιδευτικές δραστηριότητες, ενδοσχολικές και εξωσχολικές, κρίνονται ως εξαιρετικά υψηλού επιπέδου και με σημαντική συμμετοχή των μαθητών. Το δε εκπαιδευτικό προσωπικό τους έχει περάσει από διαδικασία αξιολόγησης  για την επιλογή του στα εν λόγω σχολεία.
Όλα αυτά τα δεδομένα και οι παράγοντες καθιέρωσαν στη συνείδηση της ελληνικής κοινωνίας τα Πρότυπα – Πειραματικά Σχολεία ως ένα επιτυχημένο και επωφελή για την παιδεία μας θεσμό.
Καταλήγουμε αβίαστα στο συμπέρασμα ότι αυτού του τύπου οι εκπαιδευτικές δράσεις και θεσμοί θα πρέπει να ενισχύονται και να αξιοποιούνται μέσα από τη γενίκευση των καλών πρακτικών τους σε όλα τα σχολεία, σε όλα τα επίπεδα εκπαίδευσης..
Είναι όμως έτσι; Σε τι κατάσταση βρίσκονται αυτά τα σχολεία σήμερα και ύστερα από πέντε χρόνια ζωής του θεσμού;
Όσο και αν σας φαίνεται περίεργο, όσο και αν δεν σας έχει γίνει αντιληπτό, τα σχολεία αυτά βιώνουν κρίση και δυσκολίες, απόρροια είτε της μη εφαρμογής του θεσμικού πλαισίου είτε της ψήφισης και εφαρμογής νέων νόμων και διατάξεων που μάλλον «βραχυκύκλωσαν» παρά βοήθησαν το θεσμό.
Παράλληλα δόθηκε τροφή για αντιπαράθεση μεταξύ Κυβέρνησης και Αντιπολίτευσης με κακή χρήση των όρων «ελιτισμός» από τη μία πλευρά και «αριστεία» από την άλλη. Τα σχολεία μας, όπως όλοι μας τα ζήσαμε, σίγουρα δεν ήταν κυψέλες δημιουργίας «μιας ελίτ», όπως πολλοί επίμονα ανέφεραν, ούτε στόχευαν σε προνομιακή μεταχείριση κάποιων «ολίγων και εκλεκτών». Η αριστεία δεν είναι «ρετσινιά» ούτε αφορά δήθεν τους «λίγους και εκλεκτούς», δεν είναι συνώνυμο της ολιγαρχικής αριστοκρατίας ή του «εκπαιδευτικού οράματος της χούντας», ούτε αποτελεί σινιάλο ελιτιστικής ιδεολογίας που αδιαφορεί ή και θυσιάζει τους πολλούς. Η αριστεία στην εκπαίδευση ενσωματώνει άμιλλα – αξιοκρατία – προσπάθεια – δημιουργία – εξωστρέφεια και διαφάνεια. Βρίσκεται στον αντίποδα τόσο αυτών που σκόπιμα τη «νόθευσαν» για να την αξιοποιήσουν πολιτικά όσο και αυτών από την αντίθετη πλευρά τη στοχοποίησαν, «κατασκευάζοντας» νέο ταξικό εχθρό για τα λαϊκά στρώματα.
Ας αναλύσουμε όμως τα προβλήματα που έχουν προκύψει τα τελευταία χρόνια και απειλούν ουσιαστικά τη βιωσιμότητα και την εξέλιξη του θεσμού.
(α) Οι στρεβλώσεις  του υπάρχοντος θεσμικού Πλαισίου
Ο βασικός νόμος πάνω στον οποίο στηρίχθηκε η επαναλειτουργία των Προτύπων Σχολείων με τη μορφή των Προτύπων – Πειραματικών ήταν ο 3966/2011. Σε ένα γενικό πλαίσιο κατευθύνσεων σε επίπεδο στρατηγικής, ο εν λόγω νόμος «πνίγει» τα σχολεία διότι τα πάντα εξαρτώνται κεντρικά και γραφειοκρατικά από την Διοικούσα Επιτροπή Προτύπων Πειραματικών (Δ.Ε.Π.Π.Σ), από την επιτροπή δηλαδή που ορίζει το Υπουργείο Παιδείας.
Ουσιαστικά δεν ενθαρρύνεται η ανάπτυξη αυτόνομης εκπαιδευτικής πολιτικής στο επίπεδο της εισαγωγής μαθητών, διαμόρφωσης εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων, επιλογής Καθηγητών που θα παραμείνουν για πολλά χρόνια και θα κάνουν καριέρα,  εσωτερική αυτοαξιολόγηση, αλλά και άμιλλας μεταξύ των, ενώ δεν εξασφαλίζεται ικανή χρηματοδότηση (όχι μόνο κρατική αλλά και μέσω ιδιωτικών φορέων) για την υλοποίηση των καινοτόμων εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων.
Βέβαια θα πρέπει να τονιστεί ότι παρά τις αντιρρήσεις όλων των εμπλεκόμενων και ενδιαφερόμενων, κρίθηκε ότι η ψήφιση και εφαρμογή του ήταν ένα πρώτο βήμα στην επαναφορά του θεσμού των Προτύπων Σχολείων.
Θεωρήσαμε ότι θα υπάρξουν βελτιώσεις και επιπροσθέτως, τα θετικά στοιχεία από την εφαρμογή του θα ξεπερνούσαν σε επίδραση τα αρνητικά
Όμως αυτό δεν συνέβη διότι δεν ενεργοποιήθηκαν μια σειρά ευεργετικών διατάξεων του νόμου που προέβλεπαν μεταξύ των άλλων σύνδεση του Προτύπου Σχολείου με ένα Πανεπιστήμιο  με στόχο την επιστημονική υποστήριξη του σχολείου, και την ενίσχυση του ανθρώπινου δυναμικού με διοικητικό και εξειδικευμένο επιστημονικό προσωπικό (π.χ Ψυχολόγους).
(β) Διαχωρισμός προτύπων και πειραματικών με περιορισμό των Προτύπων σε μόλις πέντε σχολεία
 Η επόμενη νομοθετική παρέμβαση ήταν ο νόμος 4327 του 2015. Με τον συγκεκριμένο νόμο στο άρθρο 10, διαχωρίστηκαν τα Πρότυπα από τα Πειραματικά Σχολεία. Μάλιστα μόλις τεσσεράμισι (4,5) σχολεία χαρακτηρίστηκαν ως Πρότυπα (στη Ζωσιμαία Σχολή μόνο το Γυμνάσιο λειτουργεί σαν Πρότυπο) και όλα τα υπόλοιπα λειτουργούν ως Πειραματικά. Ενώ όμως όλο το πλαίσιο λειτουργίας  και η εκπαιδευτική στοχοθεσία παραμένουν  ίδια και για τους δύο τύπους σχολείων, το μόνο που φαίνεται να αλλάζει είναι ο τρόπος εισαγωγής των μαθητών σε αυτά (στα Πρότυπα με εξετάσεις στα Πειραματικά με κλήρωση). Προφανώς και απαιτείται διεύρυνση του θεσμού με: α) αποκατάσταση του εκπαιδευτικού παραδόξου και λειτουργία και του Προτύπου Λυκείου της Ζωσιμαίας Σχολής β) λειτουργία ως Προτύπων και των λοιπών ιστορικών Προτύπων Σχολείων (Πειραματικό Πανεπιστημίου Αθηνών, Ζάνειο, Α’ Αθηνών) γ) ένταξη στα Πρότυπα Σχολεία των υφιστάμενων Πειραματικών και άλλων σχολείων, ειδικά σε περιοχές πληθυσμιακά μεγάλες ή σε περιοχές που υπάρχει σχετική εκπαιδευτική παράδοση (Δυτικά Προάστια Αθήνας, Θεσσαλονίκη, Πάτρα, Ηράκλειο κ.λ.π.). Αν δεν συμβεί αυτό προφανώς θα υπάρξει μαρασμός και εκφυλισμός του έργου των πέντε αυτών σχολείων, τα τέσσερα εκ των οποίων βρίσκονται στο Νομό Αττικής και μόνο ένα (Ζωσιμαία Σχολή) στην επαρχία.
(γ) Αποδυνάμωση του Εκπαιδευτικού Προσωπικού των Προτύπων και Πειραματικών Σχολείων
Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που απειλούν την ομαλή λειτουργία των εν λόγω σχολείων είναι η απογύμνωση τους από το αξιολογημένο, υψηλών προσόντων εκπαιδευτικό προσωπικό τους.
Ας ξετυλίξουμε το «κουβάρι» για να κατανοήσουμε γιατί οι εκπαιδευτικοί των ΠΠΣ  τα εγκαταλείπουν άρον άρον. Με την ψήφιση του νόμου 3966/2011 για τα ΠΠΣ οι εκπαιδευτικοί που υπηρετούσαν σε αυτά τα σχολεία υπέστησαν δυο «βλαπτικές μεταβολές στο εργασιακό τους καθεστώς»:
Α) Αυξήθηκε το διδακτικό τους ωράριο κατά 60% (για πχ οι 11 διδακτικές ώρες αυξήθηκαν σε  18)
Β) Έχασαν την προσωποπαγή οργανική θέση στο Πειραματικό σχολείο (την οποία είχαν κερδίσει μετά από πανελλαδική προκήρυξη και επιλογή από το Κεντρικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο)  η οποία μετατράπηκε σε θέση 5/ετούς θητείας με δυνατότητα μιας ανανέωσης κατόπιν θετικής αξιολόγησης.
Τα παραπάνω αναγνώρισε και ο νομοθέτης για αυτό και θεσμοθέτησε κίνητρα για τους εκπαιδευτικούς των ΠΠΣ:
Α) επίδομα (εκκρεμεί η ΥΑ για το ύψος), Β) Μοριοδότηση για κατάληψη θέσεων ευθύνης (εκκρεμεί η ΥΑ για τον αριθμό των μορίων) Γ) μειωμένο διδακτικό ωράριο με ΥΑ (εκδόθηκε ΑΔΑ και σήμερα όπως μας έχει μεταφερθεί, στους περισσότερους εκπαιδευτικούς με διάφορα προσχήματα δεν δίδεται)
Παράλληλα οι ασαφείς διατυπώσεις  των σχετικών νομοθετικών ρυθμίσεων (Νόμος 4186/ΦΕΚ τ. Α,  αρ.193, 17-9-2013, Άρθρο 36 &17,  Νόμος 39686/ΦΕΚ τ. Α,  αρ.118, 24-5-2011, Άρθρο 37 &4 )   δημιούργησαν ένα νομοθετικό πλέγμα πολλαπλών ερμηνειών για το που βρίσκεται η οργανική θέση των εκπαιδευτικών που υπηρετούν στα ΠΠΣ δημιουργώντας πλήρη σύγχυση σε εκπαιδευτικούς και διοίκηση, με αποτέλεσμα την φυγή αρκετών εκπαιδευτικών των ΠΠΣ, οι οποίοι ανέλαβαν θέσεις διευθυντών σε άλλες σχολικές μονάδες.
Με τις διευκρινιστικές εγκυκλίους για τις μεταθέσεις (22-11-2017 και 20-11-2017) του Υπουργού Παιδείας ενώ διευκρινίζεται τι θα συμβεί με τους εκπαιδευτικούς που δεν επιθυμούν να παραμείνουν στα ΠΠΣ, δεν γίνεται καμία αναφορά τι θα συμβεί με τους εκπαιδευτικούς που επιθυμούν να παραμείνουν στα ΠΠΣ και παρά τα έγγραφα ερωτήματα προς το τμήμα ΠΠΣ δεν έχει δοθεί καμία απάντηση σε κανέναν.
Επιπρόσθετα  αν λάβει κανείς υπόψη ότι στις τελευταίες κρίσεις για τους Δ/ντες ένα ποσοστό της τάξης του 10% έφυγε από τα σχολεία, αν σε αυτό προστεθούν και οι εκπαιδευτικοί που αποσπάστηκαν σε σχολεία του εξωτερικού τον περασμένο Σεπτέμβριο ή άλλες υπηρεσίες του Υπουργείου (πχ ΕΚΦΕ) και πρόσφατα οι εκπαιδευτικοί που μετατάχθηκαν ως Ε.ΔΙ.Π. στα Α.Ε.Ι. (υπάρχουν δε αιτήσεις που ακόμη εκκρεμούν),  είναι προφανές ότι πολλά Π&ΠΣ απογυμνώνονται από το προσοντούχο εκπαιδευτικό προσωπικό και επομένως θα  αδυνατούν να προσφέρουν το εκπαιδευτικό έργο υψηλών απαιτήσεων, όπως αυτό προβλέπεται και από τους σκοπούς των σχολείων. Στην ερώτηση πως καλύπτονται αυτά τα κενά η απάντηση είναι με αποσπασμένους εκπαιδευτικούς, στην πλειοψηφία τους από το ΠΥΣΔΕ χωρίς καμία αξιολόγηση.
Τα ανωτέρω ζητήματα έχουν δημιουργήσει σημαντικά προβλήματα τόσο στην καθημερινότητα όσο και στην προοπτική και το όραμα των εν λόγω σχολείων. Οι δυσλειτουργίες είναι πλέον εμφανείς, ενώ πληθαίνουν οι φωνές, οι οποίες προβάλλοντας μονομερή επιχειρηματολογία και αποσπασματική επίκληση της βιβλιογραφίας προτείνουν την κατάργηση του θεσμού των Προτύπων και την επαναφορά τους στο καθεστώς του νόμου 1566/1985 που κατήργησε τα Πρότυπα και έφερε τα Πειραματικά.
Βεβαίως οι «φωνές» αυτές δεν μας εξηγούν γιατί δεν λειτούργησαν στην πράξη τα «πειραματικά σχολεία» του νόμου 1566 του 1985. Είναι κοινώς αποδεκτό ότι οι όποιες πειραματικές δράσεις τους, οι όποιες συντεταγμένες προσπάθειες εκπαιδευτικής καινοτομίας ή ακόμη περισσότερο η επιστημονική έρευνα με επίκεντρο τη σχολική πράξη δεν έγινε κατορθωτό να αποκτήσουν σταθερότητα και να τροφοδοτήσουν και το υπόλοιπο σύστημα με τα πορίσματά τους, με το οποίο ποτέ δεν συνδέθηκαν ουσιαστικά, όπως άλλωστε και μεταξύ τους. Συνεπώς πρώτα θα πρέπει να εξεταστεί γιατί απέτυχε ο «πειραματισμός» της δεκαετίας του 80 στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα ώστε να αποφευχθούν λάθη και «αντικίνητρα» του παρελθόντος στην εφαρμογή μελλοντικών πολιτικών.
Θεωρούμε και επιμένουμε στην αντίληψη ότι η λειτουργία των Προτύπων, αλλά και των πειραματικών σχολείων που λειτούργησαν σαν πρότυπα, υπόκειται στους εξής κανόνες: α) αυτονομία του σχολείου και απελευθέρωση του από τον σφιχτό εναγκαλισμό του από το υποχρεωτικό αναλυτικό πρόγραμμα, β) εφαρμογή καινοτόμων και υψηλών απαιτήσεων προγραμμάτων σπουδών, γ) εισαγωγή  των μαθητών με εισαγωγικές εξετάσεις στο Γυμνάσιο και συνεχής αξιολόγηση τους καθ΄ όλη τη διάρκεια των σπουδών τους, δ) συνεχής αξιολόγηση τόσο του διδακτικού προσωπικού, όσο και της επίτευξης ή μη των εκάστοτε τιθέμενων στόχων, ε) αξιοκρατική επιλογή των διευθυντών των σχολείων αυτών, ώστε να τυγχάνουν της αποδοχής και του σεβασμού των συναδέλφων τους. Εξάλλου, επειδή η σύγχρονη αρχή της σωστής νομοθέτησης επιβάλλει ο νομοθέτης να γνωρίζει τί ισχύει στις χώρες που πολιτιστικά ανήκει η Χώρα, στην προκειμένη περίπτωση, πριν τη νομοθέτηση οποιωνδήποτε μέτρων που θα αφορούν στα πρότυπα, αλλά και τα πειραματικά σχολεία, θα πρέπει να μελετηθούν όμοιοι ή παρεμφερείς θεσμοί και ο τρόπος λειτουργίας τους στις χώρες της Ευρώπης, ιδίως εκείνων που φημίζονται για το εκπαιδευτικό σύστημά τους στα επίπεδα της βασικής και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης
Ο στόχος κάθε φιλόδοξης δημοκρατικής Πολιτείας πρέπει να είναι το να βελτιωθεί και να αναβαθμισθεί το δημόσιο σχολείο, ώστε να υπάρχουν για όλους ίσες ευκαιρίες. Έχει χυθεί πολύς ιδρώτας και αίμα για την δωρεάν δημόσια παιδεία. Στην περίπτωση των προτύπων – πειραματικών σχολείων αποτελεί πρόκληση  για την πολιτεία να υπερβεί τον εαυτό της και να μην θάψει αυτό που έφτιαξε, αυτό που λειτουργεί και είναι επωφελές για την παιδεία και την κοινωνία

Κωνσταντίνος Α. Μπουρλετίδης
Οικονομολόγος. Εργάζεται στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, ως Γραμματέας της Μονάδας Διασφάλισης Ποιότητας του Ιδρύματος. Είναι Πρόεδρος του Συνδέσμου Αποφοίτων Ιωνιδείου Σχολής Πειραιά