Υγεία και Γράμματα στην Ήπειρο του 19ου αιώνα: ο ρόλος της ευποιίας

Ομιλία του Ομότιμου Καθηγητή της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και Αποφοίτου της Ζωσιμαίας Σχολής Κώστα Σιαμόπουλου στην εναρκτήρια συνεδρία του  Πανελληνίου Συνεδρίου των Νοσηλευτών Νεφρολογίας που πραγματοποιήθηκε στα Γιάννενα τον Μάιο 2016. 

 

Κυρία Πρόεδρε και μέλη του Διοικητικού συμβουλίου της ΕΝΕΝ, κυρίες και κύριοι σύνεδροι, καλησπέρα σας.

Για όσους από εσάς ήρθατε από άλλα μέρη της Ελλάδας,  καλωσορίσατε στα Γιάννενα, στην όμορφη πόλη μας, στην πόλη των  θρύλων, την πρωτεύουσα της Ηπείρου.  Της Ηπείρου, της ευάνδρου, όπως αποκαλείται, με το αρχαιότερο μαντείο στον Ελλαδικό χώρο,  τις αρχαίες πόλεις της Αμβρακίας,  της Κασσιόπης και της Νικόπολης, τον Μαχητή Βασιλιά Πύρρο, αλλά και την Ολυμπιάδα, την γυναίκα που γέννησε τον μεγαλύτερο στρατηλάτη όλων των εποχών, τον Μέγα Αλέξανδρο, της Ηπείρου, με το Ζάλογγο και το Κούγκι,  αλλά και την εποποιία του 1940.

Τα Γιάννενα, κυρίες και κύριοι, δεν είναι αρχαία πόλη  Πρωτοεμφανίζονται τον 6ο μ.Χ. αιώνα με φερόμενο ιδρυτή τον Ιουστινιανό, αλλά με την προέλευση της ονομασίας να παραμένει θολή.

Η πόλη παραδόθηκε  στους Τούρκους το 1430, 23 χρόνια πριν την πτώση της Κωνσταντινούπολης, και ελευθερώθηκε από τον Ελληνικό στρατό  την 21η Φεβρουαρίου του 1913, δηλαδή ύστερα από 483 χρόνια σκλαβιάς.

 Ο λόγος της επιλογής του θέματος της σημερινής ομιλίας είναι ότι τον 19ο κυρίως αιώνα και ενώ η περιοχή της Ηπείρου βρίσκονταν υπό τουρκική κατοχή, σε αντίθεση με την ελεύθερη νότια Ελλάδα, η πόλη έφθασε στην μεγαλύτερη ακμή της, ακμή οικονομική, πνευματική, αλλά και πολιτιστική  με νοσοκομεία, Φημισμένα σχολεία αλλά και θέατρα, εκδηλώσεις και ωραία κτίρια φιλοξενίας και διασκέδασης.

Τα δεδομένα και οι πληροφορίες που χρησιμοποίησα για την ομιλία αυτή προέρχονται από πολλές πηγές, παλαιότερες, αλλά και πιο σύγχρονες, και οφείλω ιδιαίτερες ευχαριστίες στην συνάδελφο ιατρό κ. Ιοκάστη Παναγιωτίδου για τη χρησιμοποίηση δεδομένων από την εξαιρετική διδακτορική διατριβή της σχετικά με την υγεία και την περίθαλψη στην Ήπειρο κατά τον 19ο αιώνα, καθώς και στον φίλο φιλόλογο κ. Κωνσταντίνο Βλάχο πρόεδρο της Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών, ο οποίος έθεσε στη διάθεσή μου τόσο το πλούσιο συγγραφικό υλικό της βιβλιοθήκης της Εταιρείας αλλά και  σημαντικό από τον προσωπικό του χρόνο για φιλολογικές συμβουλές.

Κυρίες και κύριοι, μετά την διάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, την υποδούλωση της χώρας και την φυγή πολλών Ελλήνων λογίων αλλά και απλών πολιτών στη Δύση, οι Έλληνες ζούσαν πλέον σε μια κατάσταση βαριάς πνευματικής και οικονομικής εξαθλίωσης και χωρίς στοιχειώδη κοινωνική και ιατρική μέριμνα. Και όλα αυτά, παρά το ότι υπήρξαν εξαρχής κάποια προνόμια από την κεντρική τουρκική  διοίκηση, όπως θα δούμε στη συνέχεια.

Όσον αφορά τις συνθήκες υγιεινής στην Ήπειρο του 19ου αιώνα δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν ικανοποιητικές με αποτέλεσμα την έξαρση ενδημικών και επιδημικών νοσημάτων όπως, γαστρεντερίτιδες, γρίππες, ελονοσία και άλλα για τα οποία στα μέσα του αιώνα ελήφθησαν από τις τουρκικές αρχές κάποια προληπτικά μέτρα.

593-1-%ce%b3%ce%b5%ce%b9%cf%84%ce%bf%ce%bd%ce%b9%ce%ac-%ce%b9%cf%89%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%af%ce%bd%cf%89%ce%bd593-2-%ce%b1%ce%b3%ce%bf%cf%81%ce%ac Στα Γιάννινα του 19ου αιώνα οι συνθήκες υγιεινής δεν ήταν ικανοποιητικές

 

 Γενικά, την υποδουλωμένη Ήπειρο τον 18ο και αρχές του 19ου αιώνα λυμαίνονταν, διάφοροι όπως αναφέρεται, αγύρτες αλλά και εμπειρικοί γιατροί πού εκμεταλλεύονταν την λαϊκή πίστη και δεισιδαιμονία, ενώ τη γνώση τους την αντλούσαν από τα γιατροσόφια και τις οικογενειακές παραδόσεις. Ωστόσο, προσωπικά, δεν έχω πεισθεί ότι απαξιωτικοί χαρακτηρισμοί, όπως π.χ. αγύρτες, αντιπροσωπεύουν όλους αυτούς που έκαναν το επάγγελμα αυτό στις  τόσο δύσκολες εκείνο τον καιρό συνθήκες.  Εξάλλου, για πολλούς από αυτούς, υπάρχουν μαρτυρίες από πολλές πηγές για τις επιτυχίες τους. Το ότι σώζονται ακόμη και σήμερα γιατροσόφια και βοτάνια το οφείλουμε σε μεγάλο βαθμό σαυτούς. Άλλωστε οι νεότερες επιστημονικές έρευνες για τις ιδιότητες των βοτάνων τους δικαιώνουν. Ο Γάλλος αρχαιολόγος Αλμπέρ Ντιμόν  προχωρεί  στην εξής σύσταση: «Οι ιστορικοί της ιατρικής των Ελλήνων θα εποίουν καλώς σπουδάζοντες τας συνταγάς των εμπειρικών»! Ενδεικτική δε είναι και η άποψη του Γάλλου περιηγητή Πουκεβίλ που έγραψε ότι από τον 17ο ως τον 19ο αιώνα δρούσαν στην περιοχή αλλά και ευρύτερα οι αποκαλούμενοι Βικογιατροί ή κομπογιαννίτες του Ζαγορίου. Ωστόσο, όπως αναφέρει, τα θύματα των εμπειρικών γιατρών δεν ήταν σε καμία περίπτωση περισσότερα από αυτά των επιστημόνων συναδέλφων τους.  Οι θεραπευτές αυτοί θεράπευαν τους ασθενείς  με άνθη, φύλλα και κοτσάνια από βότανα, που μάζευαν κατά προτίμηση από το περίφημο φαράγγι του Βίκου, το φυσικό φαρμακείο στο Ζαγόρι, το οποίο σας προτείνω να το επισκεφθείτε στον ελεύθερο χρόνο σας. Στο Ζαγόρι με τα 46 χωριά τα οποία είχαν αποκτήσει και ιδιαίτερα προνόμια από τους κατακτητές.  Από εκεί προέρχεται το πρώτο όνομά τους: Βίκος και γιατρός = Βικογιατρός. Θεράπευαν επίσης κάποιες ασθένειες με ρίζες (κόμπους). Το όνομά τους προέρχεται είτε από το κόμπος και γιαίνω ή  από το κομπώνω (= εξαπατώ) και γιαννίτης (= Ιωαννίτης). Μια  άλλη εξήγηση είναι ότι οι γιατροί από τα Γιάννενα μετέφεραν τα βότανα σε κόμπους στο μαντήλι τους.

 

593-10-%ce%b2%ce%b9%ce%ba%ce%bf%ce%b3%ce%b9%ce%b1%cf%84%cf%81%ce%bf%ce%af

 

Aπό τα 1.750 είδη βοτάνων, που έχουν καταγραφεί στην περιοχή, ορισμένα χρησιμοποιούνται ακόμα και σήμερα, όπως ο ελλέβορος ο κυκλόφυλλος, γνωστός και ως σκάρφη, με το οποίο οι ντόπιοι βοσκοί επουλώνουν ακόμη και σήμερα  τις πληγές των ζώων τους. Βεβαίως εκτός από τις θεραπευτικές αυτές ιδιότητες,  είχαν και άλλες ικανότητες, όπως π.χ χειρουργικές.  Όποια όμως και αν είναι η προέλευση της ονομασίας τους , είναι απολύτως σίγουρο πως η απαξίωση που τους προσδόθηκε αργότερα με την ονομασία  «κομπογιαννίτης», δεν τους άξιζε. Δεν τους άξιζε, γιατί η ιατρική εκείνη την εποχή ήταν σε νηπιακή κατάσταση, ενώ οι ίδιοι είχαν αποκτήσει σπουδαία εμπειρική γνώση. Επιπλέον είχαν την εμπιστοσύνη του απλού λαού, τον οποίον γέμιζαν με ελπίδα, ενώ οι επιτυχίες και η φήμη τους είχαν φθάσει μέχρι και τα ανάκτορα του σουλτάνου. Μάλιστα, τον 18ο και τον 19ο αιώνα  η φήμη τους είχε απλωθεί σε όλες τις βαλκανικές χώρες και τη Mικρά Aσία. Έφτασαν δε στο σημείο να κατέχουν πολύ υψηλά αξιώματα ως ιατρικοί σύμβουλοι, αλλά και μυστικοσύμβουλοι των σουλτάνων.

 

593-03-4-%ce%b2%cf%8c%cf%84%ce%b1%ce%bd%ce%b1 593-03-3-%ce%b2%cf%8c%cf%84%ce%b1%ce%bd%ce%b1 593-03-2-%ce%b2%cf%8c%cf%84%ce%b1%ce%bd%ce%b1 593-03-1-%ce%b2%cf%8c%cf%84%ce%b1%ce%bd%ce%b1

Τα βότανα του Βίκου

 

Οι γνώσεις τους μεταδίδονταν προφορικά από πατέρα σε γιο ή σε μαθητή και  διαιρούνταν σε δυο τάξεις: τους εξοχότατους και τους παρακατιανούς. Οι πρώτοι ήταν οι ικανότεροι, ποτέ δεν αμφέβαλαν και παρείχαν πάντα το ασφαλές φάρμακο. Οι παρακατιανοί έκαναν και εξορκισμούς ή χορηγούσαν αγιασμένα άνθη (Επιτάφιου, Άγιων Τόπων κλπ.).

Οι εμπειρικοί αυτοί γιατροί του Βίκου, που δεν ήταν μόνιμα εγκατεστημένοι,  περιόδευαν από τόπο σε τόπο, πολλοί απ’ αυτούς πεζή. Άλλοι ταξίδευαν έφιπποι, με συνοδούς, που τους ντελάλιζαν, προσφωνώντας τους εξοχότατους.

 Η πίστη στις ικανότητες του «κομπογιαννίτη» θα επιβιώσει για πολλά χρόνια. Αναφέρεται π.χ ότι στις αρχές του 1900 ασθενής που έπασχε από χρονία πάθηση των νεφρών και επί χρόνια πολλά ταλαιπωρείτο από την επιστήμη της εποχής χωρίς αποτέλεσμα, κατέφυγε σε μία γιάτρισσα από τα Ζαγόρια της Ηπείρου. Η  γιάτρισσα λοιπόν, η οποία ήταν απόγονος οικογενείας εμπειρικών γιατρών, με μακρά παράδοση, συμβούλευσε τον  ασθενή «να βρει   πράσινη μούχλα την οποίαν να διάλυση έπειτα σε νερό και να πίνει τρεις φορές την ημέρα επί 4-5 ημέρας και θα γίνει καλά». Ακόμη και εγώ, όταν ήμουν παιδί, θυμάμαι τον θείο μου το γιατρό να συμβουλεύει τους ασθενείς με νεφρολιθίαση να βράζουν σε νερό τις ρίζες του άγριου χόρτου που ονομάζουμε αγριάδα (επιστημονική ονομασία Κυνόδους ο δάκτυλος) και να το πίνουν πολλές φορές την ημέρα. Μου είπαν ότι ήταν πολύ πικρό βέβαια.

Λέγεται, επίσης, ότι δύο βικογιατροί, ο Πανταζής Eξάρχου και ο Zώνιας, γιάτρευαν τις πληγές των αρρώστων με μούχλα, πολλά χρόνια προτού ο Φλέμινγκ ανακοινώσει τις θαυματουργές ιδιότητες της μούχλας στη σύνθεση της πενικιλίνης.

Φαίνεται πως ο πλούτος αυτός, της πανίδας της περιοχής, είναι πιο σημαντικός από τους μύθους που εξακολουθούν ακόμη και σήμερα να ακολουθούν τους Βικογιατρούς.

 Προ 2ετίας , η βελγική εφημερίδα L’ Echo, ανέδειξε με εκτενές ρεπορτάζ το θέμα  της παράνομης συγκομιδής αρωματικών φυτών και βοτάνων από τα βουνά της Ηπείρου. Η Βελγική εφημερίδα επιβεβαιώνει τις πληροφορίες ότι τα φυτά καταλήγουν σε ένα Ιταλό, ο οποίος αγοράζει πολύ φτηνά και πουλάει ακριβά, με αποτέλεσμα να αποκομίζει σημαντικά κέρδη. Ο κίνδυνος του ξερριζώματος των αρωματικών φυτών της Πίνδου σχολιάστηκε επίσης εδώ και λίγες ημέρες στις τοπικές εφημερίδες μετά την σύλληψη 3 Αλβανών με παράνομα φορτία στα Ελληνο-Αλβανικά σύνορα.

 Η σατυρική ποίηση ασχολήθηκε έντονα με τους πρακτικούς Γιατρούς της εποχής. Ό Ηπειρώτης Ιωάννης Βηλαράς (1771-1823), Ιατροφιλόσοφος, ποιητής, σατιρίζει καυστικά τους πρακτικούς γιατρούς στο ποίημα του, «Ο Ματσούκας ή ο αυτοδίδακτος γιατρός», όπως και ο σατυρικός μας ποιητής Αλέξανδρος Σούτσος με τους στίχους:

Δεν είμαι εγώ Ζαγοριανός να περπατώ στο δρόμο
Με αλοιφές, με έμπλαστρα, με βότανα στον ώμο
Και να φωνάζω από το κουτσό και ψόφιο μου μουλάρι
Καλός γιατρός, πουλάει ζωή! Ποιος θέλει! Ποιος θα πάρει!

 Συμπερασματικά, θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι Βικογιατροί – Κομπογιαννίτες συκοφαντήθηκαν άδικα. Δεν είναι άξιοι διασυρμού, αλλά μάλλον πρέπει να τους τιμούμε, γιατί, ανεξάρτητα από τις ενδεχομένως ελλιπείς ή και ανόητες μερικές φορές θεραπευτικές οδηγίες, ανεξάρτητα από τα «κόλπα» τους, πολλοί από αυτούς ήταν ευσυνείδητοι και ικανοί. Με την εμπειρία τους εξυπηρετούσαν όσους έπασχαν και ήταν η ελπίδα των αρρώστων της εποχής, μιας εποχής στην οποία η ιατρική βρίσκονταν σε νηπιακή κατάσταση.

Εξάλλου, είναι ενδιαφέρον επίσης να επισημανθεί ότι την εποχή που στην Ελλάδα των 900.000 κατοίκων το 1841 υπήρχαν μόνο 90 επιστήμονες γιατροί. Έτσι,  δόθηκε στους εμπειρικούς γιατρούς η δυνατότητα να πάρουν άδεια άσκησης της ιατρικής, ύστερα από εξάμηνη φοίτηση στην Ιατρική Σχολή.

Στις αρχές του 19ου αιώνα η Ιατρική αλλάζει μορφή με την εμφάνιση του επιστήμονα Γιατρού. Ο εμπειρικός Γιατρός αρχικά και θα έλεγα για αρκετά χρόνια, συνυπάρχει με τον Γιατρό τελειόφοιτο κάποιας Ιατρικής σχολής της Ελλάδας και του Εξωτερικού. Ιδιαίτερα την περίοδο της κυριαρχίας του Αλή Πασά, τα Γιάννενα εκτός από πνευματικό και οικονομικό κέντρο, όπως θα αναφερθώ στη συνέχεια, υπήρξε και ιατρικό κέντρο, αφού μεγάλος αριθμός γιατρών προσέφερε τις υπηρεσίες του τόσο στο παλάτι όσο και στους κατοίκους της πόλης. Πολλοί από αυτούς, με σπουδές σε κέντρα της Ευρώπης, μετά την πτώση του Αλή, πρόσφεραν τις ιατρικές υπηρεσίες τους σε άλλες πόλεις της Ελεύθερης  Ελλάδας  ή διέπρεψαν σε άλλες θέσεις  όπως ο Ιωάννης Κωλέττης (πρωθυπουργός της Ελλάδας), ο Γεώργιος Σακελλάριος (με προσφορά στα γράμματα και συνεργάτης του Ρήγα),ο Λουκάς Βάγιας, τον οποίο τον βρίσκουμε στο Μεσολόγγι κοντά στον Μαυροκορδάτο και τον Λόρδο Βύρωνα, ο Ιωάννης Βηλαράς άμισθος γιατρός της Γιαννιώτικης φτωχολογιάς, ποιητής εκ των προδρόμων της νεοελληνικής λογοτεχνίας, για να αναφέρω μόνο κάποιους από αυτούς. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι μερικοί από αυτούς υπήρξαν υπότροφοι του Αλή κατά τη διάρκεια των σπουδών τους.

Ώθηση στην επικράτηση του επιστήμονα γιατρού έδωσε και η έκδοση του κανονισμού για την αστική Ιατρική στην Οθωμανική Αυτοκρατορία που εκδόθηκε το 1872 σχετικά με την κατοχύρωση της επιστημονικής Ιατρικής, απαγορεύοντας στους εμπειρικούς γιατρούς την άσκηση του επαγγέλματος. Ο έλεγχος των πτυχίων όλων των γιατρών γινόταν μέσω των τοπικών ιατροσυνεδρίων. Έτσι το 1873 οι γιατροί που πήραν άδεια να ασκήσουν το επάγγελμα στα Γιάννενα ήταν 11.

593-04-%ce%b5%cf%81%ce%b3%ce%b1%ce%bb%ce%b5%ce%af%ce%b1-%ce%b9%ce%b1%cf%84%cf%81%ce%bf%cf%8d

Η ιατρική τσάντα, αναπόσπαστο «εργαλείο» των ιατρών του 19ου αιώνα

Όσον αφορά στην Νοσηλευτική υπηρεσία, όπως αναφέρει στην διατριβή της η κυρία Παναγιωτίδου, υπήρχαν νοσοκόμοι και των δύο φύλων και ανήκαν στο ισνάφι, δηλαδή τη συντεχνία ή, αν θέλετε, στο σωματείο των Νοσοκόμων. Προσέφεραν τις υπηρεσίες τους αποκλειστικά σε ομόφυλά τους άτομα που νοσηλεύονταν στα Νοσοκομεία και η εκπαίδευσή τους ήταν πρακτική.

 Όποιος επιθυμούσε να προσληφθεί, έπρεπε να προσκομίσει πιστοποιητικό ευδόκιμης τριετούς υπηρεσίας σε κάποια από τις κλινικές του Πανεπιστημίου Αθηνών, στον Ευαγγελισμό ή στο Νοσοκομείο Παίδων. Επίσης στα προσόντα τα οποία έπρεπε να έχουν, ήταν να γνωρίζουν ανάγνωση και γραφή και να είναι αμέμπτου διαγωγής.

Στο παραϊατρικό προσωπικό των Νοσοκομείων ανήκαν και οι μαίες. Οι επίτοκες εμπιστεύονταν τη διαδικασία του τοκετού σε έμπειρες ηλικιωμένες γυναίκες και μόνον προς το τέλος του 19ου, αρχές του 20ου αιώνα, εγκαταστάθηκαν στα Γιάννενα αλλά και σε άλλες πόλεις της Ηπείρου επιστήμονες μαίες. Οι επιστήμονες μαίες ασκούσαν ελεύθερο επάγγελμα ή εργάζονταν σε Νοσοκομεία όπου η μισθοδοσία τους γινόταν με τρόπο ανάλογο αυτής των γιατρών. Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι το 1871 ιδρύθηκε και στα Γιάννενα στο Νοσοκομείο Χατζηκώστα μαιευτικό κατάστημα, στο οποίο παρεχόταν και μαιευτική εκπαίδευση.

Γενικά τα παραϊατρικά επαγγέλματα ήταν, αρχικά, όπως και το ιατρικό, εμπειρικά. Με την πάροδο όμως του χρόνου η εκπαίδευση έγινε  επιστημονική με αποτέλεσμα την καταξιωμένη θέση που έχουν σήμερα στις προηγμένες κοινωνίες.

Ως προς την οδοντο-ιατρική περίθαλψη, αν και στα Γιάννενα την εποχή εκείνη υπήρχε το ισνάφι των δοντογιατρών, οι πρώτοι επιστήμονες οδοντίατροι εμφανίζονται προς το τέλος του 19ου αιώνα. Μέχρι τότε η οδοντιατρική ασκείτο είτε από χειρουργούς ή κυρίως από εμπειρικούς οδοντογιατρούς, που κατά κανόνα ήταν κουρείς.

593-05-%ce%bf%ce%b4%ce%bf%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%b1%cf%84%cf%81%ce%b9%ce%ba%cf%8c%cf%82-%ce%b5%ce%be%ce%bf%cf%80%ce%bb%ce%b9%cf%83%ce%bc%cf%8c%cf%82

Οδοντιατρικά εργαλεία

Το επάγγελμα του Φαρμακοποιού ασκείτο ελεύθερα από όποιον το επιθυμούσε και κυρίως από τους γιατρούς, των οποίων το φαρμακείο στεγάζονταν συνήθως κάτω ή δίπλα από το ιατρείο τους. Σε άλλες περιπτώσεις τα φαρμακεία συστεγάζονταν με άλλα καταστήματα.

Τα φάρμακα τα έφτιαχναν από πρώτες ύλες είτε οι ίδιοι οι φαρμακοποιοί, οι οποίοι αποκαλούνταν και «φαρμακοτρίφτες», ή τα έφερναν από την Ευρώπη, τα οποία και προτιμούσαν περισσότερο οι ασθενείς, παρά την ανοιχτή αντίθεση της κεντρικής τουρκικής διοίκησης, που θεωρούσε ότι πολλά από τα εισαγόμενα από τη Δύση φάρμακα είναι νοθευμένα ή δεύτερης ποιότητας, αφού κατασκευάζονταν για την Ανατολή.

 

593-06-%cf%86%ce%b1%cf%81%ce%bc%ce%b1%ce%ba%ce%b5%ce%af%ce%bf593-03-5-%ce%b2%cf%8c%cf%84%ce%b1%ce%bd%ce%b1

Αποθήκευση φαρμάκων και παρασκευή σκευασμάτων

Με απόφαση ωστόσο, της τουρκικής κυβέρνησης το 1860, έγινε κατοχύρωση του φαρμακευτικού επαγγέλματος με την έκδοση του κανονισμού περί εξασκήσεως της Φαρμακευτικής, αλλά και της απόκτησης πτυχίου μετά από εξετάσεις στην Αυτοκρατορική ιατρική σχολή της Κωνσταντινούπολης.

Τέλος, οι φαρμακοποιοί φρόντιζαν και οι ίδιοι τα δικαιώματά τους με τη δημιουργία των ισναφιών. Έτσι αναφέρεται πως τη δεκαετία του 1860 την συντεχνία των φαρμακοποιών στα Γιάννενα την αποτελούσαν επτά φαρμακοποιοί.

Φαρμακεία υπήρχαν επίσης και σε άλλες πόλεις της Ηπείρου ακόμη και σε ιδιαίτερα δραστηριοποιημένα χωριά, όπως το Ζαγόρι. Αξίζει να σημειωθεί ότι για την αδυναμία των ασθενέστερων οικονομικά τάξεων να προμηθεύονται τα φάρμακα, το Οθωμανικό κράτος προέβει, μάλλον ανεπιτυχώς, στη δημιουργία δημοτικών και κοινοτικών φαρμακείων, τα οποία πολλές φορές τα διηύθυναν γιατροί. Τέτοια φαρμακεία, λειτούργησαν στη συνέχεια με τη συνδρομή φιλανθρωπικών και θρησκευτικών ιδρυμάτων, , με την οικονομική ενίσχυση πολιτών είτε ντόπιων είτε ξενιτεμένων, όπως το «φαρμακείο των Ελεών».

Τα Νοσηλευτικά ιδρύματα που υπήρχαν εκείνα τα χρόνια στα Γιάννενα χωρίζονταν σε ελληνικά και τουρκικά, με συνέπεια οι ασθενείς να καταφεύγουν σ΄αυτά ανάλογα με την Εθνικότητά τους, δεχόμενοι τη φροντίδα από ομοεθνείς, κατά κανόνα, γιατρούς. Έτσι στα τέλη του 18ου αιώνα ιδρύθηκε το Κοινόν, το οποίο αργότερα, προς τα τέλη του 19ου αιώνα, λειτουργούσε ως πτωχοκομείο, το 1845 ιδρύθηκε το Νοσοκομείο Χατζηκώστα ή Ελληνικόν, το 1894 το Αυτοκρατορικόν ή Χαμητιέ ή Γκουρεμπά, ενώ το Νοσοκομείο μεταδοτικών Νοσημάτων, που αργότερα έδωσε τη θέση του στο Δημοτικό Νοσοκομείο «η Αγάπη», ιδρύθηκε το 1913. Θα δούμε αργότερα πως ιδρύθηκαν και λειτούργησαν τα παραπάνω θεραπευτήρια.

593-09-%ce%bd%ce%bf%cf%83%ce%bf%ce%ba%ce%bf%ce%bc%ce%b5%ce%af%ce%bf-%ce%b6%ce%b1%cf%84%ce%b6%ce%b7%ce%ba%cf%8e%cf%83%cf%84%ce%b1

 Το Νοσοκομείο Χατζηκώστα στα Ιωάννινα

Παράλληλα με τα πολιτικά λειτουργούσαν και στρατιωτικά τουρκικά Νοσοκομεία. Τέλος πολιτικά ή  στρατιωτικά Νοσοκομεία λειτούργησαν στην Άρτα , Πρέβεζα, Φιλιππιάδα και Μέτσοβο. Ωστόσο, είναι φαντάζομαι, ευνόητο να αναλογισθούμε ότι η Νοσοκομειακή περίθαλψη την εποχή εκείνη στην Ήπειρο, παρά τις φιλότιμες, πολλές φορές αμισθί, επιστημονικές προσπάθειες επιφανών γιατρών,  ήταν ελλιπής.

 Ας πάμε τώρα στα Γράμματα.

Η Ήπειρος, και ειδικότερα τα Γιάννενα, από τους πρώτους αιώνες της οθωμανικής κατάκτησης και με μεγαλύτερη ένταση τον 19ο αιώνα αποτέλεσαν κέντρο ελεύθερης διακίνησης ιδεών, που επηρέαζε όχι μόνο την τοπική κοινωνία, αλλά και ολόκληρη την Βαλκανική.

 Όπως αναφέρει ο συντοπίτης μας συγγραφέας Αναστάσιος Παπασταύρος, η πόλη βρέθηκε στο επίκεντρο της Ευρωπαϊκής επικαιρότητας μέσω των επισκέψεων και δημοσιεύσεων σημαντικών Ευρωπαίων περιηγητών, οι οποίοι αναφέρονταν ιδιαίτερα στον Ηπειρωτικό διαφωτισμό και εκθείαζαν τα σχολεία της πόλης. Αυτά λειτουργούσαν σύμφωνα με τη νομοθεσία της οθωμανικής αυτοκρατορίας και ήταν κυρίως ιδιωτικά και διευθύνονταν απευθείας από ιδιώτες ή από τις κοινότητες ή από κληροδοτήματα, με την έγκριση της Πύλης και την προστασία του Πατριαρχείου.

Ευτυχώς οι αγράμματοι τούρκοι κατακτητές δεν έγιναν διώκτες των λογίων και πολέμιοι της διάδοσης των Ελληνικών γραμμάτων, ο Αλή πασάς μάλιστα ήταν και προστάτης των γραμμάτων, γιατί δεν αντιληφθήκαν την αξία τους, αφού την θεώρησαν θρησκευτική υπόθεση, μιας και οι πρώτοι δάσκαλοι ήταν συνήθως κληρικοί, οι λεγόμενοι ιεροδιδάσκαλοι. Οι αντιπρόσωποι των υποδουλωμένων εκμεταλλεύτηκαν αυτή την ευκαιρία και συνέχισαν τη λειτουργία των υπαρχόντων σχολείων ενώ παράλληλα με τη συνδρομή Ηπειρωτών ευεργετών του εξωτερικού, όπως θα δούμε στη συνέχεια, ή με εράνους ανήγειραν νέα τόσο στην Ήπειρο, αλλά και στην υπόλοιπη Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό και των οποίων κάλυπταν τα έξοδα συντήρησης και λειτουργίας.
Λόγω έλλειψης χρόνου και για να μην καταχρασθώ της υπομονής σας, θα αναφερθώ κυρίως στα σχολεία των Ιωαννίνων των οποίων η φήμη ξεπέρασε τα τοπικά όρια. Τα σχολεία διέφεραν ριζικά από τα άλλα σχολεία. Ο Νεόφυτος Δούκας είπε: «Εκ των σχολείων των Ιωαννίνων εξέρευσαν ρύακες ικανοί να ποτίσωσι την διψώσαν Ελλάδα και ότι οι μαθηταί αυτών, ως από μέσον ποταμού εχέοντο κατά πάσας τας πόλεις καταρδεύοντες αυτάς με των λόγων τα πότιμα νάματα, ανέστησαν σπέρματα πολλαπλάσια, και ότι οι μέχρι της παρελθούσης εκατονταετηρίδος (18ο αιώνα) αναδειχθέντες συγγραφείς Έλληνες υπήρξαν ή Ιωαννίται (κατά το πλείστον) ή τελειόφοιτοι των Ιωαννιτικών σχολείων». Παράλληλα ο Γάλλος Πουκεβίλ, περιηγητής και πρόξενος της Γαλλίας στα Ιωάννινα, αναφέρει: «Τα Γιάννινα φημίζονται για τη σιωπηλή καλλιέργεια των γραμμάτων. Είναι ένα εργαστήρι Φυσικής, με χάρτες, διάφορα όργανα Χημείας και μια βιβλιοθήκη που περιλάμβανε περίπου χίλιους πεντακόσιους τόμους των τριών γλωσσών που διδάσκονται στο κολλέγιο της πόλης, ήταν αρκετά για να μυήσουν τους μαθητές στη γνώση των επιστημών.

Έτσι δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι η πόλη αυτή ανέδειξε μεγάλους συγγραφείς και δασκάλους».

Ο Διδάσκαλος της Μεγάλης του Γένους Σχολής Κ. Κούμας  είπε: « Εις την πόλιν των Ιωαννίνων χρεωστεί η Ελλάς την Αναγέννησιν της Παιδείας», ενώ Πατριάρχης της Κωνσταντινουπόλεως αποκαλούσε την πόλη των Ιωαννίνων «Μητρόπολιν πάσης μαθήσεως». Γνωστό βεβαίως είναι και το δημώδες «Γιάννενα πρώτα στα άρματα στα γρόσια   και στα γράμματα».

Εκτός των άλλων παραγόντων οι οποίοι συνέβαλαν στην ανάπτυξη των γραμμάτων στα Ιωάννινα, θα πρέπει να αναφερθούν αφενός μεν τα ειδικά προνόμια που παραχωρήθηκαν από τον Μουράτ Β΄ στα Γιάννενα, μετά την κατάληψη της πόλης από τους Τούρκους το 1430 και αφετέρου ο Αλή Πασάς,  που αν και ο ίδιος ήταν αγράμματος, διψούσε για γράμματα και κάτω από την επίδραση του Αγίου Κοσμά ιδρύει σε όλο το κράτος του σχολεία, συντηρεί δασκάλους και προτρέπει τους Μητροπολίτες να πρωτοστατήσουν στην εκπαίδευση. Στην εποχή του,  τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, τα Γιάννενα προβάλλονται σαν Ακρόπολη των Γραμμάτων.

 

593-071-%ce%bc%ce%b1%ce%b8%ce%b7%cf%84%ce%ad%cf%82 593-07-2-%ce%b7-%ce%bb%ce%ac%ce%bc%cf%80%ce%b1 593-07-3-%ce%b4%ce%b9%ce%ac%ce%b2%ce%b1%cf%83%ce%bc%ce%b1

Υπό το φως του αμυδρού φωτός του λυχναριού ή της λάμπας πετρελαίου μάθαιναν γράμματα οι μαθητές της Ηπείρου και «εκ των σχολείων των Ιωαννίνων εξέρευσαν ρύακες ικανοί να ποτίσωσι την διψώσαν Ελλάδα»

Η δράση των σχολείων των Ιωαννίνων αρχίζει ουσιαστικά από τον 13ο αιώνα,δηλ. πριν απο την κατάκτηση των Τούρκων. Το πιο παλαιό σχολείο που λειτούργησε στο κάστρο των Ιωαννίνων ήταν η Σχολή των Δεσποτών που ιδρύθηκε το 1204. Δίδαξαν στη σχολή κυρίως ιερομόναχοι. Η σχολή έπαυσε να λειτουργεί το 1611 μετά την αποτυχημένη επανάσταση του Διονυσίου Σκυλοσόφου. Το 1292 ιδρύθηκε στο νησί από τον βυζαντινό Μιχαήλ Φιλανθρωπινό  η Σχολή Φιλανθρωπινών ή Σπανού πού λειτούργησε σαν «Φροντιστήριο». Τα μαθήματα που διδάσκονταν ήταν Φιλοσοφία, Θρησκευτικά, και Αρχαίοι συγγραφείς. Η σχολή έπαυσε να λειτουργεί 1758. Επίσης την ίδια περίπου εποχή ιδρύθηκε και λειτούργησε στο νησί η Σχολή Στρατηγοπούλου ή Ντίλιου, ιδρυμένη από τον Ιωαννίτη έμπορο στη Βενετία Ντίλιο και στην οποία δίδασκαν Φιλοσοφία και Θρησκευτικά κυρίως μοναχοί.

Το 1648, ιδρύθηκε απο τον Ιωαννίτη Επιφάνιο η ομώνυμη Σχολή. Ο Επιφάνιος δεν περιορίστηκε μόνο στην οικονομική ενίσχυση της σχολής, αλλά καθόρισε ο ίδιος το πρόγραμμα μαθημάτων. Εκτός απο τη Γραμματική και τα σχολικά μαθήματα, διδάσκονταν η φιλοσοφία και οι φυσικές επιστήμες θέτοντας έτσι τις βάσεις για τη νεοελληνική πνευματική αναγέννηση. Η σχολή έπαυσε να λειτουργεί το 1742.

 Ενώ η Σχολή Επιφανίου λειτουργούσε, ιδρύθηκε, το 1676, με δωρεά του εμπόρου στη Βενετία Ιωαννίτη Εμμανουήλ Γκούμα, η Σχολή Γκούμα σαν «Ιεροσπουδαστήριο» με διευθυντές γνωστούς λογίους οι οποίοι δίδασκαν Φυσική, Αριστοτελική Φιλοσοφία και Λογική.

Μερικοί από αυτούς ωστόσο  κατηγορήθηκαν  σαν άθεοι και νεωτεριστές και εγκατέλειψαν τη σχολή, τη διεύθυνση της οποίας ανέλαβαν οι Μπαλάνοι και το 1725 μετονομάζεται σε Μπαλάνειο Σχολή από το όνομα του Διευθυντού της Μπαλάνου Βασιλόπουλου, ο οποίος παρέμεινε διευθυντής για 37 χρόνια και την ανέδειξε σε Αρχιγυμνάσιο των Ιωαννίνων. Ο Μπαλάνος θεωρούσε κάθε νεωτεριστή σαν άθεο. Λόγω των συντηρητικών ιδεών του ήρθε σε σύγκρουση με τον Ευγένιο Βούλγαρη που διήυθυνε τότε τη Μαρουτσαία Σχολή. Εξαιτίας της έλλειψης χρημάτων η σχολή άρχισε να υπολειτουργεί και έπαυσε να λειτουργεί το 1820 ύστερα από τη διένεξη Σουλτάνου και Αλή Πασά. Το 1828 ξαναλειτούργησε σαν δημοτικό σχολείο.
Με δωρεά του Ιωαννίτη Λάμπρου Μαρούτση, που ήταν έμπορος στη Βενετία, ιδρύθηκε το 1742 η Μαρούτσειος Σχολή. Πρώτος διευθυντής ήταν ο ελληνιστής, φιλόσοφος, μαθηματικός, φυσικός και χημικός Ευγένιος Βούλγαρης, ο οποίος καθιέρωσε τη διδασκαλία των φυσικών επιστημών, της νεότερης φιλοσοφίας και της ελληνικής γλώσσας. Ο Ευγένιος Βούλγαρης θα είχε γίνει πραγματικός αναμορφωτής της παιδείας, αν δεν είχε διαπράξει το σφάλμα να περιφρονήσει τη δημοτική γλώσσα. Κατηγορούμενος για το λόγο αυτό εγκαταλείπει τη σχολή η οποία πέφτει στην αφάνεια το 1797, σε συνδυασμό με την κατάλυση της Βενετικής Δημοκρατίας και την κατάσχεση των χρημάτων των κληροδοτημάτων από τους Γάλλους του Ναπολέοντα.

Το 1805 η σχολή, παίρνει το όνομα του μεγάλου Ιωαννίτη ευεργέτου Ζώη Καπλάνη, εμπόρου στη Ρωσσία, σαν Καπλάνειος Σχολή και τίθεται υπο την προστασία του Πατριαρχείου. Πρώτος διευθυντής της ορίζεται ο διαπρεπής καθηγητής Αθανάσιος Ψαλίδας που είχε ολοκληρώσει τις σπουδές του στη Ρωσσία και στη Βιέννη. Ο Ψαλίδας εκσυγχρονίζει το πρόγραμμα της σχολής, την οποία διευθύνει για 15 χρόνια, και γίνεται Αρχιδιδάσκαλος των Ιωαννίνων.

Ο Ψαλίδας πολέμησε τους σχολαστικούς και αρχαϊστές της εποχής του και έγινε υπέρμαχος της φυσικής γλώσσας. Διαποτισμένος απο το αντικληρικό πνεύμα της εποχής άνοιξε πόλεμο με το ιερατείο όμοιο με αυτόν που βρίσκουμε σε πολλές σελίδες του Κοραή, της Ελληνικής Νομαρχίας και στα έργα του Βηλαρά. Δυστυχώς η ευεργετική επίδραση της σχολής έπαυσε το 1820, όταν κάηκε, όπως και η Μπαλαναία, κατά την πολιορκία του Αλή πασά.

Απ΄ αυτή την εποχή αρχίζει μια καινούρια περίοδος στην πνευματική ζωή της Ηπείρου με την ίδρυση της περίφημης μετέπειτα Ζωσιμαίας Σχολής στα Γιάννενα, το 1828. Υπό τη διεύθυνση αξιόλογων και καταρτισμένων εκπαιδευτικών η Σχολή απέκτησε αίγλη και οι απόφοιτοί της διέπρεψαν στις επιστήμες, ενώ εκπαίδευσε δασκάλους για πάνω από μισό αιώνα. Ιδρυτές ήταν οι Μεγάλοι ευεργέτες αδελφοί Ζωσιμάδες από το χωριό Γραμμένο Ιωαννίνων, έμποροι στη Νίζνα της Ρωσίας, οι οποίοι κατέβαλαν μεγάλα ποσά όχι μόνο για την κατασκευή και λειτουργία της σχολής (τέσσερα συνολικά ξεχωριστά και διαχρονικά σχολικά κτίρια) αλλά και για την έκδοση και κυκλοφορία συγγραμμάτων. Η σχολή είχε διοικητικό όργανο την υπό τον Μητροπολίτη Εφορεία των Εκπαιδευτικών Καταστημάτων Ιωαννίνων. Διδάσκονταν Ελληνικά, Φιλοσοφία, Αρχαίοι συγγραφείς και ξένες γλώσσες. Η σχολή λειτούργησε το 1828 πολύ πριν τη λειτουργία της Βαρβακείου σχολής στην Αθήνα,με τον τίτλο «Γενική Ελληνική Σχολή». Το 1852, γίνεται τετρατάξιο αρχικά και πεντατάξιο στη συνέχεια Γυμνάσιο και αναγνωρίζεται ως ισότιμη της Μεγάλης του Γένους Σχολής, της Ευαγγελικής Σχολής Σμύρνης. Υπήρξε το φυτώριο σοφών διδασκάλων, ποιητών, λογίων και επιστημόνων και ο αληθινός πνευματικός φάρος της Ελλάδος με  προσέλκυση μαθητών  από όλη την Ελλάδα και την Αλβανία. Το Γυμνάσιο και Λύκειο της Ζωσιμαίας Σχολής λειτουργεί από το 1956 σε νέες εγκαταστάσεις.

 

195 Ζωσιμαία-Χαρακτικό

Η Ζωσιμαία Σχολή Ιωαννίνων

Εκτός από τα Γιάννενα Σχολές, πολλές απ’ αυτές μοναστηριακές,  ιδρύθηκαν και λειτουργούσαν και σε άλλα μέρη, πόλεις ή χωριά της Ηπέιρου,  όπως στη Θεσπρωτία, Άρτα, Πρέβεζα, Μέτσοβο, στην Κόνιτσα στη Μονή της Βελλάς όπου ο Μητροπολίτης Βελλάς και Κονίτσης Σπυρίδων ίδρυσε το 1911 το Ιεροδιδασκαλείο Βελλάς που τροφοδοτούσε με διδασκάλους και την Β.Ηπειρο, και το οποίο λειτουργεί σήμερα ως Ανώτατη Εκκλησιαστική Ακαδημία Βελλάς. Επίσης σε  όλα σχεδόν τα χωριά του Ζαγορίου (44 χωριά), με ονομαστά σχολεία στο Κουκούλι, Τσεπέλοβο, Βίτσα, Φραγκάδες και Αρίστη, λόγω ειδικών προνομίων, λειτουργούσαν απο τον 17ο αιώνα δημόσια ελληνικά σχολεία τα οποία διατηρήθηκαν και μετά την καταστροφή του Αλή Πασά.
Τέλος, σχολές λειτούργησαν και σε πόλεις της σημερινής Αλβανίας που εκείνα τα χρόνια αποτελούσαν περιοχές της Ηπείρου, όπως στο Αργυρόκαστρο στο Δέλβινο και στην Μοσχόπολη, Κορυτσά και αλλού.

Στη δημιουργία  πνευματικής κίνησης που είχε σκοπό την καλλιέργεια εθνικής συνείδησης και που θα οδηγούσε στην εξέγερση και την εθνική αποκατάσταση, εκτός από τους δασκάλους  δεν μπορούσαν να απουσιάζουν τα διάφορα συγγράμματα.

Κατά την περίοδο που το Ελληνικό Έθνος στέναζε υπό τον τουρκικό ζυγό υπήρξαν αρκετοί οι οποίοι προσπάθησαν να διαδώσουν τις γνώσεις, που με κόπους και αγώνες απέκτησαν, στους σκλαβωμένους Έλληνες. Αυτές οι γνώσεις έγιναν κτήμα των  ομοεθνών με τη συνδρομή κληρικών και  φιλοπάτριδων ομογενών, οι οποίοι πρόσφεραν τις οικονομίες τους με προθυμία για το σκοπό αυτό.

 Δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής, ότι η εκτύπωση ενός συγγράμματος την εποχή εκείνη δεν μπορεί να συγκριθεί με τις σημερινές συνθήκες (η τυπογραφία ήταν στη γέννησή της και τα τεχνικά μέσα εκτύπωσης πενιχρά) και δεν ήταν καθόλου εύκολη η έκδοση και η διανομή ενός συγγράμματος απο τον συντάκτη του.

 Αρχικά, Τυπογραφεία υπήρχαν σε μερικές Ευρωπαϊκές πόλεις και συγκεκριμένα στη Βενετία, Παραβία, Λειψία, Βουκουρέστι και αργότερα στην Κωνσταντινούπολη και την Οδησσό. Τέσσερα είναι τα γνωστά τυπογραφεία που λειτούργησαν στη Βενετία από Γιαννιώτες και από τα οποία εκδόθηκε πλήθος βιβλίων και συγγραμμάτων. Το Τυπογραφείο του Νικολάου Γλυκύ και του  Ανδρέα Ιουλιανού στις αρχές του 17ου αιώνα, του  Νικολάου Σάρου στα μέσα του 17ου αιώνα και το Τυπογραφείο του Δημητρίου Θεοδοσίου, λόγιου εξ Ιωαννίνων, ο οποίος πήγε στην Βενετία στις αρχές του 18ου αιώνα προκειμένου να επαυξήσει τις γνώσεις του.

593-08-1-%cf%80%ce%b1%ce%bb%ce%b1%ce%b9%cf%8c-%cf%84%cf%85%cf%80%ce%bf%ce%b3%cf%81%ce%b1%cf%86%ce%b5%ce%af%ce%bf

Γκραβούρα παλαιού τυπογραφείου

Κυρίες και Κύριοι,

Όσο ξερό και άγονο είναι το έδαφος της Ηπείρου τόσο πλούσιο φύτρωσε και ευτυχώς εξακολουθεί να φυτρώνει το δέντρο των αξιών και της ευποϊίας, ένα αγαθό  υψίστης σημασίας.

Στα χρόνια της Οθωμανικής υποδούλωσης, πολλοί δραστήριοι Ηπειρώτες άφησαν τον τόπο τους και αναζήτησαν επαγγελματική διέξοδο σε ξένες χώρες.

Οι περισσότεροι από αυτούς ήταν φτωχοί και ζούσαν κυρίως σε χωριά της Ηπείρου. Ωστόσο, δημιούργησαν μεγάλες επιχειρήσεις και ανέπτυξαν εμπορικές και οικονομικές σχέσεις με ολόκληρο τον κόσμο. Ίδρυσαν εμπορικούς και τραπεζικούς οίκους, καθώς και νοσοκομεία και σχολεία στις χώρες που διέπρεψαν.

Ποτέ όμως δεν ξέχασαν την πατρίδα τους και ζούσαν με τον καημό να τη δούνε μια μέρα ελεύθερη. Διατηρούσαν στενές οικονομικές και πνευματικές σχέσεις με την Ήπειρο και ιδιαίτερα με τα Γιάννενα.  Οι πλούσιες δωρεές τους υπήρξαν ευεργετικές για τη μόρφωση, τον πολιτισμό, τη διαπαιδαγώγηση, την απελευθέρωση της Ελλάδας και την κοινωνικοοικονομική της ανόρθωση.

Ιδιαίτερα κατά τη σκληρή εποχή  της  Τουρκοκρατίας, οι προσφορές και τα έργα τους είχαν ξεχωριστή  και αποφασιστική σημασία.                                                                                                                                                                                   Συνέβαλαν σε μέγιστο βαθμό στην επιβίωση του Γένους,  στην πνευματική του αναγέννηση και στην πολιτική του αποκατάσταση. Ήταν οι προάγγελοι και τροφοδότες της νεοελληνικής αναγέννησης.

 Οι Ηπειρώτες ευεργέτες,  αποφασισμένοι να βοηθήσουν την πατρίδα τους, επειδή δεν μπορούσαν, λόγω της τουρκικής κατοχής και δουλείας, να διαθέσουν απευθείας χρήματα στους Οθωμανικούς Κρατικούς θεσμούς, δημιούργησαν το θεσμό της διαθήκης και της δωρεάς. ‘Έφτιαξαν τα κληροδοτήματα και με τις διαθήκες όρισαν τους διαχειριστές αυτών των περιουσιών, αλλά και τους σκοπούς, τους οποίους θα έπρεπε οι πόροι των κληροδοτημάτων να υπηρετήσουν. (π.χ. παιδεία, νεολαία,  αναξιοπαθούντες κ.α)

Η ιστορία των κληροδοτημάτων των ευεργετών, ξεκινά από τις αρχές του 17ου αιώνα κυρίως από την Ήπειρο αλλά όπως θα δούμε και στην υπόλοιπη ελεύθερη Ελλάδα με κέντρο την Αθήνα. Άφησαν μία τεράστια πολιτιστική κληρονομιά που ακόμη και σήμερα είναι αισθητά φανερή. Συνοψίζοντας, θα αναφερθώ στους αδελφούς Μάνθο και Γεώργιο Ριζάρη, από το Μονοδένδρι του Ζαγορίου, που διέθεσαν την τεράστια περιουσία τους για την ίδρυση σχολείου και οικοτροφείου – ορφανοτροφείου στην ιδιαίτερη πατρίδα τους, τον  Ζώη Καπλάνη, που ίδρυσε  την «Καπλάνειο Σχολή», η οποία εξελίχτηκε στο λαμπρότερο πνευματικό κέντρο των Ιωαννίνων την εποχή του Αλή Πασά, τους 6 αδελφούς Ζωσιμά, από το Γραμμένο Ιωαννίνων, που, έχοντας αντιληφθεί την τεράστια σημασία της παιδείας για την ανάσταση του Γένους, διέθεσαν την περιουσία τους για την ίδρυση της ονομαστής «Ζωσιμαίας Σχολής», αλλά και πάμπολλων άλλων σχολείων και φιλανθρωπικών ιδρυμάτων στην Ήπειρο, τον Γεώργιο  Χατζηκώστα που ίδρυσε Νοσοκομεία στα Γιάννενα και το Μεσολόγγι. Ωστόσο, όπως ανέφερα ήδη, πολλοί από τους Ηπειρώτες ευεργέτες έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην συνολική αναγέννηση της υποδουλωμένης Ελλάδας.

 

592-%cf%80%ce%b1%ce%bd%ce%b5%cf%80%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%ae%ce%bc%ce%b9%ce%bf-%ce%b1%ce%b8%ce%b7%ce%bd%cf%8e%ce%bd

Το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο

 

447.2 Το Ε.Μ.Π. σε Καρτ - Ποστάλ του 1890 copy

Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο

 

593-12

Το Παναθηναϊκό στάδιο την εποχή ανεγέρσεως του (1896)

 Έτσι γνωστά στους περισσότερους από εμάς ιδρύματα και έργα όπως: το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο, η Ακαδημία Αθηνών, το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, η Γεννάδιος Βιβλιοθήκη η Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, , το Αστεροσκοπείο Αθηνών, τα Αρσάκεια σχολεία, το Ζάππειο Μέγαρο, η Ριζάρειος Εκκλησιαστική Σχολή, το Νοσοκομείο Ευαγγελισμός, το Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο, η Εθνική Τράπεζα, η Μητρόπολη Αθηνών, το Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών, το Καλλιμάρμαρο Παναθηναϊκό Στάδιο, το θωρηκτό «Αβέρωφ» κ. ά., είναι έργα των μεγάλων αυτών ευεργετών και έπαιξαν ρόλο στην προσπάθεια του τότε νεοσύστατου ελληνικού κράτους να ορθοποδήσει και να αντιμετωπίσει εξωτερικούς κινδύνους. Και επειδή πρέπει να μνημονεύουμε ενίοτε τα ονόματα αυτών όχι μόνο γιατί το χρωστάμε, αλλά και να αντλούμε δύναμη για παραδειγματισμό, εφ’ όσον μπορούμε,  θα αναφέρω μερικούς μόνο από τους 305 που υπάρχουν.