Το γέρας (Διήγημα)

της Ελένης Λάππα – Οικονόμου (*)                                                                                                                                                                                                                               -Ι-
 «Γέρας, γήρας, πέρας, τέρας, κρέας, κέρας». Διάβαζε αργά, καθαρά, σχεδόν συλλαβιστά. Μια μικρή παύση και, χωρίς να δώσει την ευκαιρία για οποιαδήποτε ερώτηση, συνέχισε: «Τα ουσιαστικά αυτά που βλέπετε στον πίνακα είναι σιγμόληκτα ουδέτερα σε –ας. Είναι μόνο έξι. Θα τα εξετάσουμε λεπτομερώς».
 Η αγαπημένη καθηγήτρια της Δάφνης, που τους δίδασκε Αρχαία Ελληνικά, σταμάτησε για λίγο ρίχνοντας μια ερευνητική ματιά στην τάξη, που κουβαλούσε όλα τα σημάδια κόπωσης της πέμπτης διδακτικής ώρας του Σαββάτου λίγες μέρες πριν από τις προαγωγικές εξετάσεις του Ιουνίου του 1958. Προτίμησε, για να κινήσει το ενδιαφέρον των μικρών μαθητριών της πρώτης τάξης του Γυμνασίου Θηλέων Ιωαννίνων, να αναφερθεί στη σημασία των ουσιαστικών και τη σχέση τους με τη σύγχρονη γλώσσα, τη γλώσσα της καθημερινής τους ζωής.
 Πραγματικά η τάξη ζωήρεψε, όταν άρχισε η συζήτηση για το τέρας, το πέρας  και το κρέας. Και μόνο όταν έφτασαν στο γέρας η τάξη εσιώπησε. Η μόνη που μίλησε χωρίς δισταγμό, σίγουρη για τη σημασία της λέξης,  ήταν η Δάφνη.
 «Κυρία, γέρας σημαίνει γραμμόφωνο».
 «!!!»
                                                                             -ΙΙ-
  Όταν ο νεαρός δάσκαλος, τέλη Αυγούστου του 1936, με ανάμεικτα συναισθήματα πέρασε για πρώτη φορά καβάλα στο άλογο που το έσερνε ένας γέρος αγωγιάτης την πέτρινη, μονότοξη γέφυρα, δεν μπορούσε να φανταστεί πως σ’αυτό το βλαχόφωνο χωριό, χαμένο στην κοιλάδα του Αώου, ανάμεσα από τις βουνοκορφές της Πίνδου, πολύ κοντά στα σύνορα με την Αλβανία, θα ανακάλυπτε έναν άλλο κόσμο, τόσο διαφορετικό από τον δικό του. Ούτε ότι το χωριό αυτό, που πήρε το όνομά του από το ασίγαστο βουητό του ποταμού, που έσμιγε με το βουητό του ανέμου, απομονωμένο, με τους δρόμους του αποκομμένους το χειμώνα από τα χιόνια,  ξεχασμένο από την Πολιτεία, θα σημάδευε όχι μόνο την εκπαιδευτική του καριέρα, που άρχιζε, αλλά και τη μετέπειτα ζωή του. Ίσως να μην άντεχε, αν η φύση δεν τον είχε προικίσει με ικανότητα προσαρμογής και η οικογένειά του και η εκπαίδευσή του δεν χαλύβδωναν την έμφυτη αίσθηση  ευθύνης, που τον διέκρινε από τα παιδικά του χρόνια.
  Σουρούπωνε την ώρα, που ξεπέζευε κάτω από τον μεγάλο πλάτανο. Τον περικύκλωσαν μερικά παιδιά με ροδοκόκκινα μάγουλα και χαρούμενα, γελαστά πρόσωπα, ίσως οι αυριανοί μαθητές του. Ήταν το μόνο που πρόλαβε να σκεφτεί,  πριν ανταποδώσει τα χαμόγελά τους, γιατί αμέσως έμεινε άναυδος από τον λεκτικό καταιγισμό της άγνωστης γλώσσας.
  Δεν την άκουγε βέβαια για πρώτη φορά.
  Στο Κριθαροπάζαρο στην πόλη, που πήγαινε ο πατέρας του και πουλούσε ψάρια και τον έπαιρνε πότε-πότε μαζί του, όταν ήταν μικρός, άκουγε μερικές φορές πελάτες του να μιλάνε μεταξύ τους  μια άλλη γλώσσα, άγνωστη. Στην αρχή παραξενεύτηκε. Ήξερε πως ξένες γλώσσες μιλούσαν μόνο οι «ξένοι» δηλ. οι κάτοικοι άλλων χωρών. Έμαθε τότε  από τον πατέρα του πως αυτή η γλώσσα ήταν τα βλάχικα και τη μιλούσαν σε ορισμένα ορεινά χωριά.
  Ποτέ δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία. Μεγαλωμένος με την ελληνική γλώσσα, τη γλώσσα που μιλούσε η οικογένειά του, γνωστοί και φίλοι και γενικά οι Νησιώτες και οι κάτοικοι της πόλης απέναντι, τη γλώσσα του σχολείου του και των βιβλίων, τη γλώσσα της Εκκλησίας, ένιωθε μάλλον αδιάφορος απέναντι σε μια γλώσσα που τη θεωρούσε άχρηστη. Ίσως κατά βάθος να ένιωθε και κάποια υπεροψία ή περιφρόνηση για όσους δεν ήξεραν καλά ή καθόλου Ελληνικά.
 Αργότερα, όταν φοιτούσε στο Διδασκαλείο, σε κάποιο μάθημα για την ιστορία της Εκπαίδευσης στην Ελλάδα, έγινε λόγος αναλυτικά και με ιδιαίτερη προσοχή για να μη θιγούν οι διπλωματικές συμφωνίες και το status quo, για τους Βλάχους και κυρίως για τα ρουμάνικα Σχολεία. Αυτά λειτουργούσαν σε κάποια βλαχόφωνα χωριά από την περίοδο της Τουρκοκρατίας και μετά το τέλος των Βαλκανικών πολέμων, βάσει της συνθήκης του Βουκουρεστίου του 1913, νόμιμα πια εξακολούθησαν τη λειτουργία τους και ιδρύθηκαν και άλλα.
 Όλα αυτά όμως τότε, την περίοδο των σπουδών του, του φαίνονταν πολύ μακρινά, θεωρητικά, αδιάφορα, δεν τον αφορούσαν προσωπικά. Δεν το αντιμετώπιζε καν ως ενδεχόμενο να χρειαστεί να εργαστεί σε τέτοια χωριά. Δεν μπορούσε να φανταστεί πως τόσο γρήγορα θα τα ζούσε από κοντά και θα γινόταν ο ίδιος μέρος της ιστορίας τους.
 Και να που τώρα τα βλάχικα τον έζωναν από παντού. Είχε περικυκλωθεί από ένα πλήθος παιδιών, που τα περισσότερα χοροπηδούσαν γύρω του χειρονομώντας και κραυγάζοντας ακατάληπτα, σα να βρέθηκε ξαφνικά σε μια ξένη χώρα, ενώ μερικά διστακτικά τον κοίταζαν έκπληκτα την ώρα που έβγαζε το ψάθινο καπέλο με το μεγάλο μπορ  και αποκάλυπτε τα κατάμαυρα, σπαστά μαλλιά με ένα τσουλούφι να σκιάζει το ψηλό του μέτωπο. Για μια στιγμή τα μεγάλα εκφραστικά του μάτια στο χρώμα του μελιού σκοτείνιασαν.  Η μοναδική λέξη που μπόρεσε να ξεχωρίσει ήταν: «ντάσκαλο, ντάσκαλο»
  Δεν μπορούσε να το πιστέψει, αν και προετοιμασμένος ψυχολογικά για το τι πρόκειται να αντιμετωπίσει, αφού δέχτηκε τον διορισμό του σε ένα βλαχόφωνο χωριό, απομονωμένο από τον κόσμο, παραξενεύτηκε. Ο επιθεωρητής τού είχε επισημάνει όλες τις δυσκολίες, και όχι μόνο τις γλωσσικές. Άφησε να εννοηθεί πως η παραμονή του εκεί, με την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί  με τη λειτουργία του Ρουμάνικου σχολείου, θα ήταν ιδιαίτερα δυσχερής και το έργο του ως δασκάλου «πλήρες προβλημάτων», χωρίς να διευκρινίσει ακριβώς τι εννοούσε. Πρόσθεσε μάλιστα σε τόνο εμπιστευτικό πως, αν περίμενε λίγο, ίσως θα μπορούσε να του εξασφαλίσει μια καλύτερη θέση. «Να μη χαραμιστείς σ’αυτό το χωριό, έχουμε ανάγκη από δασκάλους σαν και σένα» και συμπλήρωσε χαμηλόφωνα, σα να φοβόταν μήπως τον παρακολουθεί κάποιος,  πως «αν μπορείς να μεταστρέψεις το ογκούμενο κύμα, θα είναι πραγματικός άθλος.»
  Δεν έκανε πίσω. Ήταν μόνο 23 χρονών. Η ανάγκη να διδάξει, να διδάξει στα Ελληνόπουλα, κι ας ήταν και  βλαχόφωνα, όλα, όσα για πέντε χρόνια έμαθε στο Πεντατάξιο Διδασκαλείο των Ιωαννίνων,  ήταν επιτακτική. Η πρόκληση μπροστά στις δυσκολίες  μεγάλη. Εξάλλου στις πνευματικές αποσκευές του είχε όχι μόνο τις σημειώσεις από τη διδασκαλία αλλά και το έμπρακτο παράδειγμα και όλα τα βιώματα που έζησε τα πέντε αυτά χρόνια κοντά στον Ειριπίδη Σούρλα, τον αγαπημένο του καθηγητή και διευθυντή του Διδασκαλείου, τον εισηγητή του Νέου Σχολείου, τον Έλληνα Πεσταλότσι, όπως τον αποκαλούσαν.
   Στην οριστική του απόφαση τον είχε επηρεάσει θετικά και ο Χάρης (**), ο φίλος του και συμμαθητής του στο Διδασκαλείο. Του είχε μιλήσει με ενθουσιασμό για τα μαθήματα που δίδαξε το προηγούμενο  καλοκαίρι στα παιδιά ενός τσελιγκάτου βλάχων σε υψόμετρο 1800 μ.,- καμιά τριανταριά ήταν οι μαθητές όλοι κι όλοι,- για την απήχηση που είχε, το ενδιαφέρον τους και τα αποτελέσματα. Του είχε τονίσει ιδιαίτερα την ανάγκη που είχαν αυτά τα παιδιά να μάθουν Ελληνικά. Ο Χάρης του διέλυσε και τον τελευταίο δισταγμό.
 «Κύριε, κύριε, καλωσορίσατε, σας  περιμένει ο παππούς μου».
 Γύρισε έκπληκτος να δει το αγόρι που φώναζε από μακριά και κατέβαινε τρέχοντας το καλντερίμι για  να προλάβει τον δάσκαλο, σα να φοβόταν μη τον απαγάγουν. Ένα λεπτό, ξανθό αγόρι, γύρω στα δέκα, έφτασε κοντά του και με άψογα ελληνικά τον καλωσόρισε. Η αρχική έκπληξη του νεαρού δασκάλου μετατράπηκε σε θαυμασμό.
«Πώς σε λένε αγόρι μου»;
«Νικόλα, κύριε»,
«Ο παππούς σου ποιος είναι;»
 «Ο κυρ-Κώστας, κύριε, που έχει το καφενείο. Σας περιμένει, κύριε». «Νικόλα, σε παρακαλώ, βοήθησέ με. Εγώ θα πάρω τη βαλίτσα και συ πάρε αυτό εδώ και πρόσεχε, είναι πολύτιμο», και σκύβοντας  του έδωσε μια θήκη με μουσικό όργανο
 «Τι είναι, κύριε;»
«Μαντολίνο, Νικόλα».
 Φεύγοντας έκανε μια κίνηση φιλική στα υπόλοιπα παιδιά να τον ακολουθήσουν και απευθυνόμενος στον Νικόλα που τον κοίταζε  με τα μεγάλα γαλάζια μάτια του απορημένος για τη στάση του, του είπε:
 «Σε παρακαλώ, πες και στα άλλα παιδιά, αν θέλουν, ας έρθουν μαζί μας στο καφενείο».
   Ο νεαρός δάσκαλος με την πολύβουη συνοδεία άρχισε να ανεβαίνει τον ανήφορο με την αίσθηση πως έχει κιόλας αποκτήσει τον πρώτο μικρό του φίλο                                                                                                        «Καλώς τον δάσκαλο». Ο κυρ-Κώστας, ψηλός και λεπτός, ευκίνητος, κομψός  με σύγχρονο «ευρωπαΪκο» ντύσιμο, χωρίς τις μάλλινες χοντρές δίμτες που έβλεπε στην πόλη να φορούν ορισμένοι βλάχοι, τον υποδέχτηκε στην είσοδο του καφενείου. Εντυπωσιάστηκε. Αλλιώς τον περίμενε. Με συγκρατημένη ευγένεια  εκείνος τον αγκάλιασε, τον φίλησε τρεις φορές – παράξενο για τις δικές τους συνήθειες. Τον καλωσόριζε σαν να τον γνώριζε από παλιά, σαν να ήταν αγαπημένος φίλος που γύριζε μετά από καιρό. Ο  νεαρός δάσκαλος, απροετοίμαστος για αυτή την υποδοχή, ξαφνιάστηκε. Την προσοχή του τράβηξε ιδιαίτερα το χαμογελαστό πρόσωπο, το αεικίνητο, καθαρό βλέμμα και το ατίθασο μικρό μουστάκι, που το χάιδευε περιοδικά, σα να κρατούσε ένα μυστικό τέμπο.
  Αφού τακτοποιήθηκε προσωρινά ως φιλοξενούμενος σε ένα από τα δωμάτια του σπιτιού του κυρ-Κώστα πάνω από το καφενείο, βγήκε στο στενό μπαλκόνι. Το χωριό πυκνοκατοικημένο στο κέντρο απλωνόταν σε μια ήπια βουνοπλαγιά, με το ποτάμι ανάμεσα να το χωρίζει σε δυο άνισες πλευρές, με τα σπίτια κοντά το ένα στο άλλο, μικρά τα περισσότερα, που και που ξεχώριζε κανένα δίπατο  και δυο-τρία  τρίπατα, σωστά αρχοντικά, με αυλές γεμάτες ντάλιες και τριανταφυλιές. Το μάτι του έπεσε σε ένα κτίριο νεόκτιστο, αρκετά μεγάλο, κοντά στην εκκλησία στο κέντρο του χωριού. Χάρηκε, φαντάστηκε πως αυτό θα ήταν το σχολείο και η ανυπομονησία του μεγάλωσε. Έπρεπε να περιμένει την αυριανή μέρα, που θα άνοιγε επίσημα για τις εγγραφές.  Το βουητό  του Αώου, τόσο διαφορετικό από αυτό της λίμνης που ζούσε καθημερινά, ακουγόταν μονότονο χωρίς διακοπές. Από μακριά έφτανε ο αντίλαλος από  τα «Πριόνια» που δούλευαν μέρα-νύχτα.
  «Η υλοτομία και η κτηνοτροφία είναι οι βασικότερες πηγές», του έλεγε το βραδυ ο κυρ Κώστας γύρω από το τραπέζι που είχε στρώσει η γυναίκα του, η κυρά-Ανέττα. Απολάμβαναν τη ζεστή λαχανόπιτα που είχε ψήσει εκείνη στη γάστρα και το κοντοσούβλι του άντρα της με το δικό του μπρούσκο κρασί. Το βράδυ ήταν  ήρεμο, με ελάχιστους θαμώνες στο καφενείο να παίζουν τάβλι και, πράγμα παράξενο για ένα χωριό, αδιάφοροι για τον νεοαφιχθέντα δάσκαλο.
  «Τα δάση και τα κοπάδια γιδοπρόβατα» συνέχισε ο κυρ Κώστας «μας σώζουν έτσι, όπως είμαστε απομονωμένοι, πίσω από τον κόσμο» και στραβώνοντας ελαφρά το στόμα κάτω αριστερά συνέχισε χαμηλόφωνα: «και φυσικά οι Ρουμάνοι, άλλη καλή πηγή,  οι Ρουμάνοι. ». Ξαφνιάστηκε ο δάσκαλος. «Εννοείς βέβαια τους ξενιτεμένους συγχωριανούς σας στη Ρουμανία»; «Και όχι μόνο. Εννοώ τους Ρουμάνους, Ρουμάνους. Κακή πληγή. Λερναία ύδρα, αυτοί και οι φίλοι τους. Έχεις να μάθεις πολλά εδώ που δέχτηκες να ‘ρθεις να δουλέψεις». Σταμάτησε για λίγο περιμένοντας ίσως μια αντίδραση, μια διαμαρτυρία. Είδε μόνο την απορία στο πρόσωπό του.
  «Μα πώς; Δεν ξέρεις; Κανείς δεν σου μίλησε για την ρουμάνικη προπαγάνδα»; Εκείνος διστακτικά, με επιφύλαξη ένιωσε την υποχρέωση να απαντήσει αόριστα: «Μέσες-άκρες, κυρ-Κώστα, καμιά πλήρης ενημέρωση». «Ως εκεί φτάνουν, λοιπόν, οι κρατικές υπηρεσίες μας; Να μην πειράξουμε τους “φίλους μας”, τους Ρουμάνους; Α, καψαρέ, σε στείλανε ξυπόλυτο στα αγκάθια». Σταμάτησε για λίγο χαιδεύοντας το μουστάκι του και παίρνοντας μια βαθιά ανάσα συνέχισε: «Κανένας δεν σου μίλησε για τη ρουμάνικη προπαγάνδα, για το ρουμάνικο σχολείο που λειτουργούσε από τα τέλη του προηγούμενου αιώνα; και ξέρεις ποιοί ήταν δάσκαλοι για μια μεγάλη περίοδο; Ο αδελφός του Ρουμάνου πρόξενου στη Θεσσαλονίκη και η κόρη του. Καταλαβαίνεις τώρα τι σε περιμένει»; Η κυρά Αννέτα ρίχνοντας ολόγυρα κλεφτές ματιές, σα να φοβόταν ή να περίμενε κάτι, διέκοψε τον άντρα της που δεν έλεγε να σταματήσει. « Έλα, Κώστα, υπερβάλλεις, μην τρομοκρατείς το δάσκαλό μας. Μην τον ακούς, έχουν αλλάξει πολλά πράγματα, τώρα όλα λειτουργούν στα πλαίσια των νόμων». Ευτυχώς στην παρέα στο βάθος ήταν όλοι τους αφοσιωμένοι στο παιγνίδι  ή τουλάχιστον έτσι έδειχναν.
   Ο κυρ-Κώστας συνέχισε, σα να μην άκουσε την παρέμβαση της γυναίκας του. «Ξέρεις τι ήταν άλλοτε στα χρόνια των Τούρκων αυτό το χωριό; Ένα από τα καλύτερα του Ζαγορίου, τότε που το Ζαγόρι είχε αυτονομία. Κεφαλοχώρι. Στην απογραφή του 1817 είχε 250 οικογένειες και βάλε, γύρω στους 2.500 κατοίκους». Σταμάτησε το μονόλογό του για λίγο και συνέχισε βλέποντας  τον συνομιλητή του να τον παρακολουθεί με μεγάλο ενδιαφέρον, σα να άκουγε την πιο παράξενη ιστορία.«Αργότερα το χωριό άρχισε να παρακμάζει. Δεν μπορούσαν, βλέπεις, οι κάτοικοι να τα βγάλουν πέρα με τις συνεχείς επιδρομές των ληστών, χωρίς καμιά ασφάλεια και προστασία από την κεντρική εξουσία. Δεν ξέρουμε ακριβώς και τον ρόλο των Τούρκων. Γι αυτό άρχισαν σιγά-σιγά να το εγκαταλείπουν και να σκορπίζουν στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Σκορποχώρι. Άλλοι πήγαν στα Γιάννενα, άλλοι Μακεδονία, λίγοι στην ελεύθερη Ελλάδα και οι πιο πολλοί στη Ρουμανία. Η Ρουμανία έγινε η δεύτερη πατρίδα τους. Εκεί κατέφυγαν και οι πρόγονοί μου».
  Ο δάσκαλος ξαφνιασμένος από όσα άκουγε έσπασε για λίγο το συνεχή λόγο του γέρου. «Tί λες, κυρ Κώστα, είχε αδειάσει το χωριό; και πως το ξαναστήσατε; Όλα αυτά που βλέπω πώς έγιναν»;
«Είναι μεγάλη ιστορία, δάσκαλε, θα τα πούμε κάποια άλλη φορά, εξάλλου έτσι θα περνάμε και τα βράδια μας. Το μόνο που σου λέω τώρα, για να το ξέρεις, να είσαι έτοιμος, γιατί μπορεί να αντιμετωπίσεις πολλά αμέσως κιόλας από αύριο, και σκύβοντας χαμηλόφωνα, “ούτε ψύλλος στον κόρφο σου”, το μόνο, λοιπόν, που σου λέω, είναι πως μετά την απελευθέρωση της Ηπείρου το 1913 το χωριό ξαναζωντάνεψε. Ήρθαν χωριανοί ξενιτεμένοι, λίγοι ευκατάστατοι, οι πιο πολλοί φτωχοί. Πονούσαν τον τόπο τους, βλέπεις, και ξαναγύρισαν. Που να ήξεραν τι τους περίμενε. Τότε ήρθε και η οικογένειά μου. Είχα σπουδάσει στο Βουκουρέστι και όμως τα άφησα όλα. Ακολούθησα μαζί με τη γυναίκα μου τους γέρους μου, γεμάτος όνειρα για την ελεύθερη πια πατρίδα μας. Με είχαν μεγαλώσει με μεγάλη αγάπη για τον τόπο μας, για την τουρκοκρατούμενη Ήπειρο και ιδιαίτερα για μας, τους βλάχους, για τη γλώσσα μας αλλά παράλληλα εξίσου και περισσότερο και για  την ελληνική γλώσσα. Οι γονείς μου μού τα εμφύσησαν όλα αυτά, πως είμαστε  δηλαδή Έλληνες και να κλείνουμε τα αυτιά στις σειρήνες και, αν χρειαστεί, να αντισταθούμε σε κάθε αντίθετη προπαγάνδα. Έλα, αρκετά για σήμερα, πήγαινε να ξεκουραστείς, να κοιμηθείς και αύριο μέρα του Θεού είναι. Δύσκολη μέρα για σένα».                     
                                                     ——————
  Κοιμήθηκε ελάχιστα. Για πρώτη φορά τα άκουγε όλα αυτά. Αναρωτιόταν γιατί κανείς δεν τον ενημέρωσε. Ο Επιθεωρητής ήταν, ίσως, ο πιο αρμόδιος, προφανώς όμως όχι και ο πιο κατάλληλος, γιατί οι εγκύκλιοι  του Υπουργείου ασφαλώς θα απέβλεπαν σε μια ειρηνική συνύπαρξη των Σχολείων, αφού η λειτουργία του Ρουμάνικου ήταν νόμιμη. Ίσως, για να μην εξάπτει τα πνεύματα και εξωθεί στα άκρα καταστάσεις, προτίμησε να στείλει ένα νεαρό δάσκαλο, εντελώς αδαή για τα τεκταινόμενα στο χωριό.
Ο ύπνος του ταραγμένος. Εφιάλτες παράξενοι. Έβλεπε και ξανάβλεπε δυο βαρκάρηδες, δεν μπορούσε να ξεδιαλύνει τη μορφή τους, είχε όμως την αίσθηση πως κάπου τους ξέρει, καθισμένους σε μια βάρκα χιλιοτρυπημένη από σφαίρες να του γνέφουν με το χέρι και μόλις πήγαινε κοντά τους η βάρκα βυθιζόταν.
 Ξύπνησε πνιγμένος στον ιδρώτα. Το στόμα του στεγνό. Δεν πίστευε στα όνειρα, συνήθως δεν τα πρόσεχε, γι αυτό και δεν τα θυμόταν. Αυτό όμως ήταν ολοζώντανο. Σηκώθηκε να πιει νερό. Προσπάθησε να το ανασυνθέσει. Να το εξηγήσει. Ναι, οι μορφές δεν ήταν άγνωστες. Τώρα ήταν σίγουρος. Ήταν οι δυο Νησιώτες. Τα θυμήθηκε και τα συσχέτισε. Να ήταν άραγε το όνειρο μια προειδοποίηση;
  Ο ίδιος, δεν είχε γεννηθεί, το 1909 όταν ο Γιώργος Τζιαφάς και ο Κώστας Γκαναβιάρης, εξόντωσαν μέσα σε βάρκα με κίνδυνο της ζωής τους τους φιλορουμανίζοντες  Μποτασαίους, που διέτρεχαν την Ήπειρο και τρομοκρατούσαν τους Έλληνες, ιδιαίτερα τους Βλάχους με προτίμηση στους δασκάλους και τους παπάδες. Είχε μεγαλώσει με αυτές τις διηγήσεις για το ηρωικό επεισόδιο και  τη λεβεντιά των δυο νησιωτών που δεν φοβήθηκαν τη συμμορία των επικίνδυνων ρουμανιζόντων που στήριζαν οι Τούρκοι. Ο έπαινος για τους ατρόμητους Νησιώτες  ήταν καθολικός. Ο πατέρας του ιδιαίτερα δεν έκρυβε το θαυμασμό του, παρόλες τις πιέσεις  και τα βασανιστήρια που είχε υποστεί στα κολαστήρια των Τούρκων μαζί με άλλους Νησιώτες για να τους αποσπάσουν πληροφορίες. Μερικές φορές, όταν τα διηγόταν, τού έδινε την εντύπωση πως ζήλευε την παλικαριά των συγχωριανών του και θα ήθελε να είναι αυτός στη θέση τους. Κατέληγε πάντα την κουβέντα του με το επιμύθιο: «Ηρωικά χρόνια».
                                      ——————————
 Την επόμενη μέρα οι δυσάρεστες εκπλήξεις διαδέχονταν η μία την άλλη.
Η αρχική του λαχτάρα να επισκεφθεί και να ανοίξει, όσο πιο γρήγορα μπορούσε, το σχολείο και να αρχίσει τις εγγραφές, να δεχτεί τους μαθητές με τους γονείς τους, μετατράπηκε στην αρχή σε απορία και συνέχεια σε οργή με αυτά που αντίκρυσε.
  Ένα  παλιό, μικρό, μισοερειπωμένο  κτίριο στην άκρη του χωριού, καμιά σχέση δεν είχε με το καινούριο, μεγάλο διδακτήριο που είχε δει την προηγούμενη βραδιά από το μπαλκόνι του κυρ-Κώστα. «Αυτό είναι το Ρουμάνικο σχολείο, κύριε,» του είπε ο Νικόλας που τον συνόδευσε.
  Μόλις άνοιξε με δυσκολία τη σκουριασμένη κλειδαριά  μια αφόρητη, απροσδιόριστη μυρωδιά – κράμα από κλεισούρα, υγρασία και περιττώματα-τον ανάγκασαν να μην μπει αμέσως μέσα. Άφησε την πόρτα  ορθάνοιχτη και έκανε μια βόλτα στον μικρό, εγκαταλειμμένο περίβολο.
 Το θέαμα, που αντίκρυσε αμέσως μετά δρασκελίζοντας το πέτρινο κατώφλι του κτιρίου, τον άφησε άφωνο. Μια μεγάλη αίθουσα με ελάχιστα μισοσπασμένα θρανία, αναποδογυρισμένα, χωρίς τον απαραίτητο μαυροπίνακα, ένα υποτυπώδες υπερυψωμένο βάθρο για την καρέκλα και το τραπεζάκι του δασκάλου, μια άδεια βιβλιοθήκη, χωρίς βιβλία και χωρίς τα στοιχειώδη υπηρεσιακά βιβλία, πρακτικό, μαθητολόγιο, γενικό έλεγχο των μαθητών. Μια σκουριασμένη ξυλόσομπα συμπλήρωνε τον εξοπλισμό του ελληνικού σχολείου σε ένα χωριό δίπλα στα σύνορα, που, εκτός των άλλων, αντιμετώπιζε και την αθέμιτη προπαγάνδα των Ρουμάνων και των Ρουμανιζόντων. Έκλεισε τη μύτη του, όταν πλησίασε στη σόμπα και  διαπίστωσε ότι ένα μέρος της μυρωδιάς οφειλόταν  σε φρέσκα  περιττώματα ανθρώπινα δίπλα της ακριβώς, ενώ το παράθυρο που  έβγαινε ο σωλήνας της έχασκε  σπασμένο και ανοιχτό.
 Παρόλη την οργή και την απογοήτευση που ένοιωθε, προσπάθησε με τη βοήθεια του Νικόλα  να βάλει μια στοιχειώδη τάξη. Ο κυρ- Κώστας του έστειλε για καθαριότητα μια γεροδύναμη βλάχα, που μιλούσε σπασμένα Ελληνικά «Το παιδί  μου θα έρθει στο σχολείο σου, θέλω να μάθει καλά Ελληνικά, όχι σαν εμένα» τον διαβεβαίωσε. Ο γιος της, ο Πέτρος και ο Νικόλας ήταν οι πρώτοι μαθητές που έγραψε, την ίδια μέρα, 1η Σεπτεμβρίου 1936.
  Πολλές σκέψεις στριφογύριζαν στο μυαλό του. Καμιά πρόνοια, κανένα ενδιαφέρον από την υπηρεσία; από τους κατοίκους του χωριού; από τον προηγούμενο δάσκαλο; Αυτός πάλι υπήρχε; δεν υπήρχε; ένα αίνιγμα.  Ασαφείς οι πληροφορίες, σα να ήταν κρατικό μυστικό. Και αυτή η πρόσφατη βεβήλωση του χώρου; προφανώς σκόπιμη, σε τι απέβλεπε, αν όχι στην περιφρόνηση και τον εκφοβισμό του νέου δασκάλου;  Κάποιοι του έστελναν μήνυμα.
  Το κεφάλι του βούιζε, χιλιάδες μέλισσες στριφογύριζαν μέσα του. Το πρόσωπό του σκλήρυνε. Δεν θα άφηνε την οργή να τον κυριαρχήσει. Δεν χρειάστηκε πολύς χρόνος για να πάρει τις αποφάσεις του.
 Όχι, δεν θα  δημιουργούσε θέμα, το θεωρούσε ανώφελο, ίσως και επιβλαβές. Θα το αγνοούσε. Δεν θα έπεφτε στην παγίδα τους, όποιοι κι αν ήταν. Θα άρχιζε από την αρχή, σα να μην προυπήρχε σχολείο. Θα δούλευε συστηματικά για την οργάνωσή του, παιδαγωγικά για τη διδασκαλία των μαθητών, με δράση και συμμετοχή στη μικρή κοινωνία του χωριού. Ήταν νέος με πίστη στον εαυτό του, εμπιστοσύνη στην εκπαίδευσή του, αγάπη στα παιδιά και σεβασμό στη γνώση και την αποστολή του.
  Το βράδυ δεν κατέβηκε για φαγητό. Ήθελε  να μείνει μόνος, να σχεδιάσει τις δραστηριότητές του και το κυριότερο, να μη δεχτεί καμιά επιρροή. Τακτοποίησε τα βιβλία του, έβγαλε τις σημειώσεις του αγαπημένου του καθηγητή, του Ευριπίδη Σούρλα. Δεν έδινε συνταγές  ο σοφός δάσκαλός τους, ούτε οδηγίες σε ναυτιλομένους. Έκτιζε υποδομή, σταθερό πνευματικό υπόβαθρο. Εξόπλιζε τους σπουδαστές του με διδασκαλική συνείδηση και γνώσεις, κατάλληλες να χρησιμοποιηθούν ανάλογα σε πολλές, διαφορετικές περιπτώσεις, αρκεί να εύρισκαν το πρόσφορο έδαφος.
  Πολύ αργά, όταν οι πιο πολλοί θαμώνες του καφενείου καληνύχτισαν τον κυρ-Κώστα, ήρεμος πια κατέβηκε. Δεν ήταν μόνος. Είχε συντροφιά του το μαντολίνο. Κι εκεί, στην απόλυτη ησυχία της φθινοπωρινής νύχτας του ορεινού, βλαχόφωνου χωριού, ξεχύθηκαν μελωδίες απαλές, νοσταλγικές  που μιλούσαν για έρωτα και αγάπη, σαν να μην είχε ζήσει μια θύελλα την μέρα αυτή, την πρώτη μέρα της εκπαιδευτικής του καριέρας.
                                          ———
  Οι επόμενες μέρες κύλησαν με πρωτοφανή για το ελληνικό σχολείο του χωριού ρυθμό προετοιμασίας.
 Η πρώτη ημέρα της σχολικής χρονιάς, ξημέρωσε αρκετά αισιόδοξη. Ανοιξιάτικη σχεδόν, επέτρεψε να τελεστεί ο Αγιασμός στην αυλή του Σχολείου με την παρουσία της τριμελούς σχολικής επιτροπής που όρισε ο δάσκαλος- πρωτόγνωρο για το χωριό- με πρόεδρο τον κυρ-Κώστα, των λίγων μαθητών, 15 όλοι κ’ όλοι, και ελάχιστων γονέων. Ο παπα-Γιάννης τελειώνοντας απηύθυνε ευχές και έκανε έκκληση στους γονείς «να βοηθήσουν τον καινούριο, νέο, γεμάτο όρεξη δάσκαλο και να φέρουν και άλλους μαθητές στο ελληνικό σχολείο».
  Όλα έγιναν με τάξη, χωρίς δυσάρεστα απρόοπτα και όλοι ξαφνιάστηκαν με το θέαμα που αντίκρισαν μπαίνοντας στην αίθουσα.  Καινούρια θρανία , ο παλιός μαυροπίνακας, που βρέθηκε πεταμένος και ξεχασμένος σε μια μικρή διπλανή αποθήκη, είχε επισκευαστεί, τα σπασμένα τζάμια είχαν αντικατασταθεί με καινούρια, όλα καθαρά και περιποιημένα, μοσχομύριζαν πάστρα και  ασβέστη. Η μικρή αποθήκη δίπλα στη αίθουσα μεταμορφώθηκε σε ένα ζεστό φιλόξενο χώρο, γραφείο του Δασκάλου. Οι μαθητές βρήκαν στα θρανία τους ο καθένας ένα καινούριο βιβλίο. Οι μεγάλες τάξεις το αναγνωστικό του Ζαχαρία Παπαντωνίου «Τα Ψηλά Βουνά» και ανάλογα αναγνωστικά και οι άλλες τάξεις. Όλοι τους πήραν από ένα τετράδιο και ένα μπλοκ ζωγραφικής. Μόνο η ΣΤ τάξη υστερούσε. Δεν είχε εγγραφεί ούτε ένας μαθητής.
  Την τρίτη μέρα,  την ώρα του μεγάλου διαλείμματος, τον περίμενε μια έκπληξη, Ένας ψηλός, ξανθός άνδρας, με διπλάσια σχεδόν χρόνια, με κοσμοπολίτικο αέρα,  ευγενέστατος, έκανε την εμφάνισή του την ώρα που έβγαιναν οι μαθητές. Του συστήθηκε ως ο διευθυντής του Ρουμάνικου σχολείου. Με άψογα ελληνικά τον καλωσόρισε, του ευχήθηκε «καλή επιτυχία».Συζήτησαν για τη νέα σχολική χρονιά. Η διαφορά του αριθμού των εγγραφέντων μαθητών ήταν συντριπτική. Οι μαθητές τους ήταν δεκαπλάσιοι και ίσως περισσότερο.  Μια αδιόρατη επιφύλαξη εκατέρωθεν δεν χάλασε την ατμόσφαιρα. Τέλος τον κάλεσε να παρευρεθεί στη «δεξίωση» που παρέθετε την επόμενη, ημέρα Σάββατο, στην αίθουσα τελετών του σχολείου του για τους γονείς, τους εκπαιδευτικούς και τις αρχές του τόπου. «Οι συνάδελφοί μου, νέοι οι περισσότεροι στην ηλικία σας, θα χαρούν πολύ να σας γνωρίσουν» του είπε φεύγοντας με συγκρατημένη εγκαρδιότητα.
   Η επίσκεψη τον προβλημάτισε. Μια απλή, στοιχειώδης επίσκεψη αβροφροσύνης ή μήπως μια πρώτη προσπάθεια προσέγγισης του αντιπάλου  με σκοπό την εξουδετέρωσή του;  Ό,τι κι αν ήταν, αποφάσισε να ανταποκριθεί στην πρόσκληση, όχι μόνο για λόγους ευγένειας. Έπρεπε και ο ίδιος να γνωρίσει από κοντά  το αντίπαλο στρατόπεδο, εξάλλου η πρώτη εντύπωση ήταν θετική, τουλάχιστον πολιτισμένη.
                                           ——
  Όλα ήταν έξω από κάθε προσδοκία. Ο διευθυντής, ιδιαίτερα ευχαριστημένος που αποδέχτηκε την πρόσκληση, τον καλωσόρισε εγκάρδια και ανέλαβε να τον ξεναγήσει ο ίδιος. Το διδακτήριο, μεγάλο, με πολλές αίθουσες που πληρούσαν όλους τους κανόνες υγιεινής, με ιδιαίτερο χώρο για το μάθημα της γυμναστικής, κατάλληλα εξοπλισμένο, γιατί οι χειμώνες δεν επέτρεπαν την άσκηση στην ύπαιθρο,  Ένας μεγάλος χώρος τραπεζαρίας, όπου οι μαθητές εκτός από το πρωινό γευμάτιζαν και υπήρχε  ιδιαίτερος χώρος κουζίνας. Στο μεγάλο και άνετο γραφείο των καθηγητών μια τεράστια βιβλιοθήκη κάλυπτε δυο πλευρές του τοίχου με βιβλία για παιδιά και όχι μόνο, με κλασικά έργα λογοτεχνίας και πολλά επιστημονικού περιεχομένου. Όλα, φυσικά, στη ρουμάνικη γλώσσα. Ελάχιστα στην ελληνική, μεταξύ των οποίων και λεξικά ελληνορουμάνικα και λίγα  βιβλία γαλλικά και ιταλικά.
 Δεν είπε τίποτε. Ένοιωσε ένα σφίξιμο στο στομάχι, σαν να έφαγε μια γερή γροθιά. Η βιβλιοθήκη τον πλήγωσε πιο πολύ από όλα. Όχι για τους κατόχους της, αυτοί τη δουλειά τους έκαναν και φαίνεται πως την έκαναν πολύ καλά. Για τα Ελληνόπουλα και κυρίως για τους γονείς τους, που τα έστελναν και δημιουργούσαν την πεποίθηση πως οι βλάχοι δεν είναι Έλληνες αλλά Ρουμάνοι. Πως λοιπόν; Με ποιον τρόπο να αλλάξει αυτό το ρεύμα; Θυμήθηκε τον επιθεωρητή: «Αν μπορείς να μεταστρέψεις το ογκούμενο κύμα, θα είναι πραγματικός άθλος»  και τον  κυρ- Κώστα που του είχε πει από την πρώτη βραδιά. «Ξυπόλυτος στα αγκάθια». Μα όχι, δεν θα το έβαζε κάτω.
  Εκεί, λοιπόν, εκείνο το βράδυ, σ’ αυτή τη βιβλιοθήκη, ένα χώρο που  πάντοτε σεβόταν και  θεωρούσε ιερό, ορκίστηκε. «Εγώ θα αλλάξω το ρεύμα. Ορκίζομαι να φέρω τα Ελληνόπουλα στο Ελληνικό Σχολείο»
  Η υπόλοιπη βραδιά κύλησε ήρεμα, χωρίς ο ίδιος να μετέχει συνειδητά. Χωρίς όρεξη δοκίμασε τα πλούσια εδέσματα. Αφηρημένος και λιγομίλητος, με κινήσεις μηχανικές περιφέρονταν ανάμεσα σ’ αυτό το παράξενο συνονθύλευμα  ανθρώπων: Ντόπιοι χωρικοί, λίγοι με δίμιτες και σαλβάρια, προφανώς κτηνοτρόφοι, αρκετοί με ντύσιμο σύγχρονο, «ευρωπαϊκό», ο πρόεδρος του χωριού, ο παπά-Γιάννης και ένας ιερέας καθολικός, ο ενωμοτάρχης και φυσικά οι Ρουμάνοι δάσκαλοι, άψογοι σε εμφάνιση και συμπεριφορά. Μόνο δυο-τρία πρόσωπα του φάνηκαν παράταιρα στο περιβάλλον, άξεστοι, με δουλοπρεπή συμπεριφορά στο Ρουμάνο διευθυντή. Εντελώς τυχαία πρόσεξε να τον παρακολουθούν και, όταν πλησίασε να τους μιλήσει, τον απέφυγαν.
   Ελάχιστα Ελληνικά ακούστηκαν όλο το βράδυ, μόνο με τις αρχές του τόπου, έτσι για τα προσχήματα. Η γλώσσα, βασίλισσα της βραδιάς, ήταν τα βλάχικα και τα ρουμάνικα. Πολιτισμένη ατμόσφαιρα με πολλές φιλοφρονήσεις και συζητήσεις με τους ρουμάνους συναδέλφους του για σπουδές και παιδαγωγικά θέματα. Φαίνεται πως το Υπουργείο Παιδείας της Ρουμανίας διάλεγε  πολύ καλούς εκπαιδευτικούς και, φυσικά, τους καλοπλήρωνε. Τότε έμαθε και για τις υποτροφίες που έδινε στους καλούς μαθητές για να συνεχίσουν στο Γυμνάσιο των Ιωαννίνων ή των Γρεβενών ή και στη Ρουμανία και στη συνέχεια να σπουδάσουν στα εκεί πανεπιστήμια Η βραδιά τελείωσε με την δασκάλα της μουσικής, μια λεπτεπίλεπτη, νεαρή ρουμάνα με μακριά ξανθά μαλλιά, να παίζει στο πιάνο τις «Τέσσερις Εποχές» του Βιβάλντι και τα βαλς του Στράους.
  Δεν τον ξάφνιαζε τίποτε τώρα πια. Άλλα ήθη. Αλλότρια προς το περιβάλλον. Ένας άλλος αέρας σε ένα απομονωμένο, ορεινό χωριό, που καμιά σχέση δεν είχε με το πνεύμα και τις παραδόσεις του τόπου. Μόνο αναρωτιόταν σε πόσους από τους παρευρισκόμενους να άρεσε το είδος αυτό της μουσικής; Και όμως, θαρρείς και ήταν εξοικειωμένοι, παρακολουθούσαν με ενδιαφέρον, με κατάνυξη σχεδόν. Μα τόσο πολύ αυτή η χώρα είχε βρει τον τρόπο να διεισδύσει στις ζωές και στις ψυχές των βλάχων; Να τους αφελληνίσει; Δεν είχε πια καμιά αμφιβολία. Πίσω από όλο αυτό το πολυέξοδο σκηνικό ήταν καλά κρυμμένος ο απώτερος σκοπός της. Και η Πολιτεία; Η Ελληνική πολιτεία; Σεβόταν και τηρούσε τις διεθνείς συμβάσεις.
  Έφυγε με την καρδιά γεμάτη θλίψη και το στομάχι βαρύ, σα να το πετροβολούσαν. Το άδειασε με θόρυβο που έβγαινε από τα έγκατα του είναι του.   Ανακουφίστηκε.
   Το σπίτι δεν τον χωρούσε. Πήρε το μαντολίνο. Τα δάχτυλά του νεκρά. Δεν υπάκουαν. Το κράτησε σφιχτά, το αγκάλιαζε. Στο μυαλό του θύελλα, ξαναζούσε  τη βραδιά, τους χώρους, τα πρόσωπα, τις συμπεριφορές, τους Έλληνες, τους «ξένους». Σιγά-σιγά άρχισαν να ξεκαθαρίζουν και να παίρνουν ο καθένας και το καθετί τη θέση τους. Δεν είχε πια καμιά αμφιβολία Ο αγώνας του θα ήταν άνισος.  Όχι όμως μάταιος. Θα αγωνιζόταν με τα δικά του μέσα. Δεν θα αναιρούσε τον όρκο, που το ίδιο βράδυ έδωσε, όταν συνειδητοποίησε μέσα στην ξένη βιβλιοθήκη  πως ένα λαό τον κατακτάς, όταν τον χτυπήσεις στη γλώσσα του.
                                                ———
   Τα μαθήματα του ελληνικού σχολείου ως το Νοέμβρη, που ο καιρός ήταν καλός, κύλησαν με τον πιο ευχάριστο τρόπο με εφόρμηση από την ύπαιθρο, σε μια φυσική ατμόσφαιρα, με το δικό του δημιουργικό πάθος. Οι μαθητές του ανταποκρίνονταν με μεγάλη προθυμία και ενδιαφέρον, χωρίς να καταλαβαίνουν πως όλες αυτές οι εξορμήσεις είχαν χαρακτήρα παιδαγωγικό και διδακτικό, πως δεν απέβλεπαν μόνο στην ευχαρίστησή τους αλλά στη μάθηση, την ουσιαστική μάθηση, που γίνεται φυσικά και με αβίαστο τρόπο,
 Ο δάσκαλός τους εφήρμοζε την βασική μέθοδο του Πεσταλότσι: την επαγωγική, από το μέρος προς το όλο. Είχε έναν επιπλέον σοβαρό λόγο, τη δυσκολία της γλώσσας.  Έτσι ξεκινώντας από την παρατήρηση και τις εμπειρίες που αποκτούσαν δίπλα στο ποτάμι ή μέσα στο δάσος ή από επισκέψεις στα «Πριόνια» ή στο μύλο ή στα καμίνια των γύφτων στην άκρη του χωριού, κατέληγαν μετά μέσα στην αίθουσα με συζητήσεις και σιγά-σιγά και μέσα από τα βιβλία να μυούνται σε βασικές αρχές της ζωής, της κοινωνίας και  της επιστήμης. Ιδιαίτερη σημασία έδινε εκείνος στον χώρο, τόσο αυτόν του χωριού όσο και σε ό, τι το περιβάλλουν: βουνά σαν την Πίνδο, ποτάμια σαν τον δικό τους τον Αώο, που αφού διασχίσει το βόρειο μέρος της Ηπείρου χύνεται στην Αλβανία, κοιλάδες σαν τη γειτονική τους Βάλια Κάλντα, δάση, γειτονικά χωριά, σύνολο χωριών σαν τα Ζαγοροχώρια και μεγάλες πόλεις σαν τα Γιάννενα,  και ακόμα ξένες χώρες σαν τη γειτονική χώρα, την Αλβανία. Έτσι οι μικροί μαθητές από την Πατριδογνωσία πέρασαν, χωρίς να το καταλάβουν, στη Γεωγραφία και από εκεί στην Ιστορία, την ιστορία του τόπου τους και της χώρας τους.
  Και όταν έπιασε για καλά η βαρυχειμωνιά,- αυτή τη χρονιά το χιόνι έπεφτε ακατάπαυστα σαν να συνωμοτούσε- τότε πια αναγκαστικά συγκέντρωνε τους μαθητές του μόνο στο Σχολείο. Είχε φροντίσει όλη αυτή την περίοδο, με τη ευγενική φροντίδα ευκατάστατων συγχωριανών εγκατεστημένων στα Γιάννενα, να το εξοπλίσει με χάρτες, με μια υδρόγειο σφαίρα, με στοιχειώδη όργανα φυσικής κα χημείας, με βιβλία. Με τη σόμπα να καίει ακατάπαυστα μέσα στην τάξη με ξύλα που έφερναν οι ίδιοι οι μαθητές, όλες οι γνώσεις, που αποκτήθηκαν με την εμπειρία, άρχισαν να συστηματοποιούνται. Έτσι πέρασαν  από τον προφορικό λόγο στο γραπτό. Η κάθε διδασκαλία ενείχε με ποικίλους τρόπους, που επινοούσε κάθε φορά ο νεαρός δάσκαλος,  την έννοια του παιγνιδιού, εφαρμόζοντας το Πλατωνικό: Διά της παιδιάς η παιδεία.
  Το τελευταίο μάθημα της ημέρας ήταν πάντοτε η μουσική με το δάσκαλο με το μαντολίνο να τους μαθαίνει τις νότες και τον μαθητή του, τον Πέτρο, να τους παίζει με το κλαρίνο του πατέρα του τραγούδια ντόπια, Ηπειρώτικα.
  Παράλληλα με τα μαθήματα μερίμνησε, ώστε με τη βοήθεια της σχολικής επιτροπής και του κυρ-Κώστα να κτιστεί με προσωπική  εθελοντική εργασία ένα μικρό κουζινάκι και εκεί στο μεγάλο διάλειμμα οι μαθητές απολάμβαναν ζεστό γάλα-το έφτιαχναν εκ περιτροπής μαθήτριες των μεγάλων τάξεων- μια φέτα τυρί, προσφορά των κτηνοτρόφων, και φρέσκο, ζεστό  ψωμί, ζυμωμένο από τις νοικοκυρές του χωριού.
 Ο δάσκαλος έπεισε τον Νικήτα, τον μπακάλη, να αρχίσει να φέρνει εφημερίδες από τα Γιάννενα και να κάνει και μια μικρή γωνιά βιβλιοπωλείου φέρνοντας περισσότερο βιβλία παιδικά.
  Πλησιάζοντας τα Χριστούγεννα οι μαθητές έμαθαν τα κάλαντα και με χάρτινες Εκκλησίες και καραβάκια, που φιλοτέχνησαν στο μάθημα της χειροτεχνίας, βγήκαν παραμονή στους δρόμους. Η ανταπόκριση των συγχωριανών ήταν μεγάλη, Πρώτη φορά ζούσαν μια τέτοια χριστουγεννιάτικη ατμόσφαιρα που οφείλονταν αποκλειστικά στο  ελληνικό σχολείο. Τους γέμισαν δώρα, γλυκά, καρύδια, κάστανα.
 Όταν πέρασαν οι γιορτές, άρχισαν να καταφτάνουν οι πρώτοι μαθητές από το Ρουμάνικο. Στα τέλη Φεβρουαρίου ο αριθμός είχε σχεδόν διπλασιαστεί. Η κινητοποίηση αρκετών χωριανών-μερικών αρνητικών στην αρχή- για το Ελληνικό σχολείο ήταν πρωτοφανής. Οι πιο πολλοί μιλούσαν με θαυμασμό για τον δάσκαλο και τη δουλειά του. Δεν έλειπαν βέβαια  τα μισόλογα αρκετών ακόμα ρουμανιζόντων που με διάφορα σχόλια, χυδαία πολλές φορές, προσπαθούσαν να αμαυρώσουν το έργο του. Αυτοί ήταν εκείνοι που έκαναν τη μεγαλύτερη ζημιά.
  Από τα μέσα Φεβρουαρίου ο δάσκαλος άρχισε να συγκεντρώνει στο σχολείο το βραδάκι μετά το μάθημα όσους από τους ενήλικες, άνδρες και γυναίκες, ήθελαν να μάθουν να γράφουν και να διαβάζουν Ελληνικά.
                                                   ————
 Μέσα Μαρτίου, όταν πια ο καιρός άλλαξε, οι δρόμοι άνοιξαν, η  φύση άρχισε να ξυπνάει και το ποτάμι ηρέμησε, επισκέφτηκε απροσδόκητα το χωριό και το σχολείο ο Επιθεωρητής. Αυτό συνέβαινε για πρώτη φορά. Κανείς μέχρι τότε εκπρόσωπος  του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας δεν είχε δώσει το παρόν σε ένα τόσο νευραλγικό για την ελληνική γλώσσα και παιδεία  λησμονημένο χωριό των συνόρων.
 Παρακολούθησε μια ολόκληρη μέρα τα μαθήματα και  την πρόβα για τη σχολική γιορτή της εθνικής επετείου. Τελειώνοντας δεν έκρυψε από τον δάσκαλο τον θαυμασμό του για το αποτέλεσμα. Εκείνο όμως που ο νεαρός εκπαιδευτικός ένοιωσε ως τη μεγαλύτερη επιβράβευση για τη μέθοδό του και την πειθαρχία των μαθητών με τη λογική της αγάπης, που εφήρμοζε, ήταν τα τελευταία λόγια  του επιθεωρητή: « Μα αυτό δεν είναι σχολείο. Είναι μια μεγάλη οικογένεια». Για πρώτη φορά ένοιωσε τόσο μεγάλη ικανοποίηση. Πίστεψε πως οι δυσκολίες πέρασαν και απερίσπαστος θα συνέχιζε  το έργο του, που άρχισε να αποδίδει.
  Δεν άργησε να διαψευστεί.
  Όταν μετά από λίγες μέρες το απόγευμα της 25ης Μαρτίου συγκεντρώθηκαν στο σχολείο για την εθνική γιορτή γονείς, οι αρχές του τόπου, οι δάσκαλοι του ρουμάνικου σχολείου και πολλοί άλλοι χωριανοί, συνέβη ένα γεγονός που τη διέλυσε  και συντάραξε την μικρή κοινωνία του χωριού.
 Την ώρα που ένας μαθητής  της Ε΄ τάξης με βροντερή φωνή απήγγειλε το ποίημα του Βαλαωρίτη «Η δέηση του Σαμουήλ» μια έκρηξη ακούστηκε από την πλευρά της κουζίνας και αμέσως μετά καπνός και φλόγες.  Ο κόσμος πανικοβλήθηκε, έτρεξαν οι γονείς να πάρουν  τα παιδιά και να φύγουν. Λίγοι, οι πιο ψύχραιμοι,  έσπευσαν να σβήσουν τη φωτιά.
Το κακό είχε γίνει. Η γιορτή διαλύθηκε. Ο σκοπός της βίαιης ενέργειας είχε πετύχει. Προκάλεσε όμως το αντίθετο αποτέλεσμα: αγανάκτηση των χωρικών. Όλοι περίμεναν από τον ενωμοτάρχη, που ήταν παρών, να βρει τους ένοχους, αν και κάποια ονόματα ακούγονταν κιόλας σαν τα πιο πιθανά.
 Το χωριό ηρέμησε μόνο, όταν πιάστηκαν δυο ρουμανίζοντες και αποκαλύφτηκε το εγκληματικό τους έργο.
 Το σχολείο ξαναβρήκε τους ρυθμούς του και η υπόλοιπη σχολική χρονιά κύλησε ήρεμα, χωρίς προβλήματα.
 Το Σεπτέμβρη του 1937, που άρχιζε η νέα σχολική χρονιά, ο δάσκαλος έδρεψε τους καρπούς του έργου του. Οι μαθητές έφτασαν  περίπου τους 90, αποδεκατίζοντας το ρουμάνικο σχολείο.
  Τότε προέκυψε ως απαραίτητη ανάγκη η προετοιμασία των νηπίων.
  Μια νέα κοπέλα, που είχε τελειώσει με άριστα το «Εν Φιλιάτες Διδασκαλείον Νηπιαγωγών» διορίστηκε ως νηπιαγωγός.  Γεννημένη και μεγαλωμένη σε βλαχόφωνη κωμόπολη συνέβαλε  πολύ στην εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας των νηπίων και την προετοιμασία τους για το δημοτικό σχολείο. Η νεαρή αυτή  δασκάλα με τα μακριά καστανόξανθα μαλλιά και τα σπινθηροβόλα μάτια, που βοήθησε τόσο πολύ στο έργο του τον δάσκαλο, δουλεύοντας με την ίδια πίστη και αφοσίωση, θα γινόταν η σύντροφος της ζωής του.
  Στις 29 Ιανουαρίου 1938 ανέλπιστα ήρθε και η επιβράβευση από την Πολιτεία: ΤΟ ΓΕΡΑΣ, έπαινος, συνοδευόμενος από 800 δραχμές.
  Ο Δάσκαλος το εξαργύρωσε αγοράζοντας ένα γραμμόφωνο.
 Μετά από δυο χρόνια, το 1939, λίγο πριν ξεσπάσει ο πόλεμος, το ελληνικό σχολείο με τον ίδιο δάσκαλο και τη νηπιαγωγό είχε 240 μαθητές, ενώ το ρουμάνικο 22.
                                                                                   -ΙΙΙ-
    Η Δάφνη έμεινε μόνη. Έριξε μια τελευταία ματιά σε όλες τις αγαπημένες γωνιές, θωπεύοντας νοερά πρόσωπα, πράγματα, γεγονότα. Το σπίτι περνούσε σε άλλα χέρια. Η απόφαση ήταν οριστική.  Αμετάκλητη. Είχε υπογραφεί από όλους  το συμβόλαιο. Η ημερομηνία της υπογραφής: 18 Ιουλίου 1988.
  Κρατούσε σφιχτά στο χέρι της το κάδρο. Το γραμμόφωνο είχε βρει τη θέση του. Ήταν ευπρόσδεκτο, περιζήτητο. Το κάδρο;
  Όταν έφτασε σπίτι της, το είχε κιόλας πάρει απόφαση. Ας φώναζαν οι άλλοι, ας το θεωρούσαν «παράταιρο» με την όλη διακόσμηση, ας έλεγαν «συναισθηματικές αδυναμίες» πίσω από την πλάτη της.
   Εκείνη με μια κίνηση, που δε σήκωνε αντίρρηση, ξεκρέμασε τα ομοιόμορφα ανθρωπάκια του Γαϊτη πάνω από το τζάκι.  Στη θέση τους  κάρφωσε το  κάδρο, το δικό της κάδρο.
 Κι εκεί μπροστά σε όλους το διάβασε αργά, δυνατά:
ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΝ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΕΘΝ. ΠΑΙΔΕΙΑΣ
Εν Αθήναις τη 24η Δεκεμβρίου 1937
  Προς τον κ. Α.Λ.
Δημοδιδάσκαλον του δημοτικού σχολείου Βουβούσης
Της περιφερείας Ζαγορίου- Μετσόβου
   Γνωρίζομεν υμίν ότι δια της ταυταρίθμου υπουργικής πράξεως εκδοθείσης την 30ην Σεπτεμβρίου ε.έ. δημοσιευθείσης τη 24η  Δεκεμβρίου ε.έ. εις το υπ’αριθ. 207 φύλλον της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως (τεύχος Γ΄) απενεμήθη υμίν  ΕΠΑΙΝΟΣ ΚΑΙ ΤΙΜΗΤΙΚΗ ΔΙΑΚΡΙΣΙΣ ΜΕΤΑ ΟΚΤΑΣΙΟΔΡΑΧΜΟΥ ΓΕΡΑΤΟΣ δια την εξαιρετικώς ευδόκιμον υπηρεσίαν σας.
                                               Εντολή του Υπουργού
                                                Ο Τμηματάρχη
                                                Π. Πλακοκέφαλος
 (*) Η Ελένη Λάππα-Οικονόμου είναι Φιλόλογος  (Θεμιστοκλέους 29, Χολαργός 15562,   Α.Τ. 210-6540192,  693-6540192,  693-7700594, Email, elloik@gmail.com)
(**) Χάρης Πάτσης: Ο Ηπειρώτης δάσκαλος, παιδαγωγός, συγγραφέας και εκδότης μεταξύ των άλλων του περιοδικού: ΝΕΟ ΣΧΟΛΕΙΟ και της Μεγάλης Εγκυκλοπαίδειας των Νέων.
                                    ——————–  –   ———————
               ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ
  1. Ε. Αβέρωφ-Τοσίτσας, « Η πολιτική πλευρά του Κουτσοβλαχικού ζητήματος», Αθήνα, 1948.
  2. Λαζ. Αρσενίου, «Τα τσελιγγάτα», Αθήνα, 1972
  3. Clogg «Minorities in Greece», London, 2002
  4. Λ. Διβάνη, «Ελλάδα και μειονότητες», Αθήνα, 1999
  5. Τ. Κουτσογιάννη, «Περί των Βλάχων των Ελληνικών χωρών», Α, Β, «Δημοσιεύματα της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών», Θεσσαλονίκη,1964
  6. Μ. Μελά «Πατρίδα Ήπειρος», άρθρο δημοσιευμένο στο περιοδικό «Ηπειρωτική Εταιρεία», Αθήνα, τ. 282, Οκτ. 2003
  7. Δ. Παπαζήση, «Βλάχοι», Αθήναι,1976
  8. Χ. Πάτση, «Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια των Νέων», Αθήναι, 1962, τόμοι 18ος, 19ος, 21ος, 22ος και
  1. Βοβούσα Ιωαννίνων, Βικιπαίδεια, Ηλεκτρονική Ελεύθερη Εγκυκλοπαίδεια.