Τα όρια του Ελληνισμού στην Ήπειρο κατά την αρχαιότητα

Το ζήτημα των ορίων του Ελληνισμού στην Ήπειρο κατά την αρχαιότητα έχει δύο όψεις. Η πρώτη αφορά στον ελληνικό ή μη χαρακτήρα των ηπειρωτικών εθνών και η δεύτερη στα όρια μεταξύ αυτών και των βόρειων γειτόνων τους Ιλλυριών.
Η εξέταση αυτού του θέματος αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθόσον αυτό τέθηκε για πρώτη φορά από αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, (π.χ. Θουκυδίδης) οι οποίοι άλλοτε χαρακτηρίζουν τους Ηπειρώτες ρητώς ως «βαρβάρους» και άλλοτε τοποθετούν την Ήπειρο εκτός των γεωγραφικών ορίων της Ελλάδας.
Η ίδια συμπεριφορά επιφυλάχτηκε, βέβαια, από αρχαίους Έλληνες συγγραφείς και για κατοίκους άλλων ελληνικών περιοχών. Για παράδειγμα, ακόμη και κατά το 2o αι. π.Χ., το μεγαλύτερο μέρος της Αιτωλίας λογίζονταν, γεωγραφικά τουλάχιστον, εκτός Ελλάδας, ενώ είναι γνωστό το επεισόδιο που διασώζει ο Ηγήσανδρος (συγγραφέας του 2ου αι. π.Χ.) με τον ευφυολόγο Στρατόνικο, ο οποίος στην ερώτηση «ποιοι είναι περισσότερο βαρβάροι οι Βοιωτοί ή οι Θεσσαλοί», αυτός αποκρίνεται «οι Ηλείοι» (Αθήναιος, 8.350 α).
Γνωρίζουμε ακόμη ότι ο Ευρυπίδης δε διστάζει να χαρακτηρίσει τον Αιτωλό ήρωα Τιδέα ως «μειξοβάρβαρο» (Ευρυπίδης, Φοίνισσαι 138) και ότι ο Θουκυδίδης είχε επιφυλάξεις ως προς την ελληνικότητα της γλώσσας μεγάλου τμήματος των Αιτωλών και Ευρυτάνων. Γράφει χαρακτηριστικά: «Ευρυτάσιν, όπερ μέγιστον μέρος εστί των Αιτωλών, αγνωστότατοι δε γλώσσαν και ωμοφάγοι εισίν, ως λέγονται». Ο Ησύχιος, τέλος, χαρακτηρίζει τους Ηλείους μαζί με τους Κάρες ως «βαρβαρόφωνους».
Η αναφορά στα παραπάνω παραδείγματα δείχνει ότι ο χαρακτηρισμός από αρχαίους συγγραφείς των Ηπειρωτών και άλλων ελληνικών φύλων ως «βαρβάρων» ή «μειξοβαρβάρων» ή «βαρβαρόφωνων» έχει ως σημείο αναφοράς καθαρά πολιτιστικά κριτήρια. Εξηγήσιμο είναι επίσης το γεγονός του αποκλεισμού της Ηπείρου από τη γεωγραφική έννοια της Ελλάδας. Και τούτο γιατί ο όρος «Ελλάς» στην αρχαιότητα ακολούθησε εξελικτική σημασία και από τη στενή περιοχή της Φθίας επεκτάθηκε σταδιακά σε όλο το νοτιότερο τμήμα της Χερσονήσου του Αίμου (Ν. Hammond, Epirus, σ. 419-420).
Αξίζει στο σημείο αυτό να αναφερθούν κείμενα, μαρτυρίες και πηγές άλλων αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων που επιβεβαιώνουν τις εκτιμήσεις που προανέφερα. Ο Πλούταρχος (Φωκ. 29) αναφερόμενος σε γεγονότα του 4ου αι. π.Χ. τοποθετεί τα όρια του ελληνισμού στα Ακροκεραύνια όρη. Τα ίδια υποστηρίζει ο Ψευδο-Σκύλακας (26-28), ο οποίος περιγράφει την κατάσταση της ίδιας περιοχής περί τα μέσα του 4ου αι. π.Χ.. Ίδια άποψη έχει ο Στράβων (7.5.8. σ. 316 και 7.6.1 σ.318, 7.7.3 σ. 323, 7.7.8 σ. 326), ο οποίος χρησιμοποιεί προγενέστερες πηγές (βλ. την εισαγωγή του R. Baladiě στο Z΄ βιβλίο του Στράβωνος στη σειρά Collection des universities de France, Παρίσι 1989, σ. 3-41) και ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος (Ν.Η. 3.145 και 4.1) χρησιμοποιώντας, επίσης, προγενέστερες πηγές. Τέλος, είναι γνωστό το κείμενο του Διονυσίου του Περιηγητή για τα όρια του ελληνισμού στο συγκεκριμένο χώρο: «Προς δε νότον μάλα πολλόν υπέρ Θρήκην ερίβωλον Ωρικίην θ’ υπέρ αίαν, ερείδεται Ελλάδος αρχή».
Έχει σημασία να αναφερθεί ένα ακόμη περιστατικό όπως το διασώζει ο Ηρόδοτος: Ο Κλεισθένης, τύραννος της Σικυώνος, κατά το ήμισυ του 6ου αι. π.Χ. ανήγγειλε στους ολυμπιακούς αγώνες ότι προτίθεται να παντρέψει την κόρη του Αγαρίστη με τον άριστο ανάμεσα στους Έλληνες (ταύτην ηθέλησε, Ελλήνων απάντων εξευρών τον άριστον, τούτω γυναίκα προσθείναι). Μεταξύ, λοιπόν, των μνηστήρων που παρουσιάστηκαν εξήντα ημέρες αργότερα και έγινε δεκτός από τον Κλεισθένη ήταν και ο Μολοσσός Άλκων. Όπως ορθά γράφει ο P. Cabanes «Ο τύραννος Κλεισθένης της Σικυώνος δεν επιζητεί κατ’ ουδένα τρόπο να νυμφεύσει τη θυγατέρα του με μη Έλληνα». Τα ίδια ισχύουν και για τους ισχυρισμούς ότι οι Ηλείοι και οι Αιτωλοί ήσαν «βάρβαροι». Τα επιγραφικά κείμενα που ανακαλύφθηκαν στις δύο αυτές περιοχές, τα αρχαιότερα των οποίων ανάγονται στον 7ο αι. π.Χ., μαρτυρούν ότι και τα δύο αυτά φύλα ήσαν εξαρχής ελληνόφωνα. Εξάλλου θα ήταν τουλάχιστον παράδοξο να αμφισβητήσει κανείς την ελληνικότητα των Ηλείων, δηλαδή των ιδρυτών και διοργανωτών των ολυμπιακών αγώνων, στους οποίους ως γνωστόν επιτρέπονταν η συμμετοχή μόνον Ελλήνων.
Επομένως την εθνική ταυτότητα των αρχαίων ηπειρωτικών εθνών θα πρέπει να την αναζητήσουμε κατά κύριο λόγο στα στοιχεία εκείνα τα οποία ορίζονται από τα αντικειμενικά κριτήρια, που με σαφήνεια έθεσε ο Ηρόδοτος, δηλαδή το «όμαιμον», το «ομόγλωσσον», τα «κοινά θεών ιδρύματα και θυσίαι» και τα «ομότροπα ήθεα». Και αυτά είναι όλα ελληνικά.
       Η Ήπειρος κατά τους Ελληνιστικούς χρόνους                     Η Ήπειρος και ο Ελληνικός κόσμος των πόλεων                                                                                                                                                                                            κρατών   (750-330 π.χ.)
Όσο σαφή, εκ πρώτης τουλάχιστον όψεως, εμφανίζονται τα όρια στα ηπειρωτικά παράλια τόσο συγκεχυμένα είναι στο εσωτερικό. Ο Στράβων επανέρχεται τουλάχιστον τρεις φορές στην εθνολογική σύσταση της περιοχής αυτής. Την πρώτη φορά γράφει: «ταύτην δε την οδόν (δηλ. την Εγνατία) εκ των περί Επίδαμνον και την Απολλωνίαν τόπων ιάσιν εν δεξιά μεν εστί τα ηπειρωτικά έθνη… επί αριστερά δε τα όρη τα των Ιλλυριών» (Στράβων 7.7.4 σ. 323).
Τη δεύτερη φορά (Στράβων 7.7.8 σ. 326), μετά την απαρίθμηση των κυριότερων ηπειρωτικών εθνών του εσωτερικού («Ηπειρώται δ’ εισί και Αμφίλοχοι και οι υπερκείμενοι και συνάπτοντες τοις Ιλλυρικοίς όρεσι, τραχείαν οικούντες χώραν, Μολοττοί τε και Αθαμάνες και Αίθικες και Τυμφαίοι και Ορέσται και Παρωραίοι τε Ατιντάνες, οι μεν πλησιάζοντες τοις Μακεδόσι μάλλον, οι δε τω Ιονίω κόλπω»), προσθέτει ότι τα όρια των Ηπειρωτών με τους Ιλλυριούς είναι ασαφή: «αναμέμικται δε τούτοις τα Ιλλυρικά έθνη τα προς τω νότω μέρει της ορεινής και τα υπέρ του Ιονίου κόλπου της γαρ Επιδάμνου και της Απολλωνίας μέχρι των κεραυνίων υπεροικούσι Βυλλίονες τε Ταυλάντιοι και Παρθίνοι και Βρύγοι». Στη συνέχεια ακολουθεί ένα παρεφθαρμένο χωρίο, όπου αναφέρονται το Δαμάσιον, οι Εγχελείς και κατά πάσα πιθανότητα οι Δασσαρήτιοι. Οι πληροφορίες αυτές συμπληρώνονται λίγο παρακάτω από ένα τρίτο χωρίο: «ένιοι δε και δίγλωττοι εισί» (Στράβων 7.7.8 σ. 327).
Η εντύπωση της σύγχυσης διασκεδάζεται κάπως αν γίνει αντιληπτό ότι ο Στράβων ακολουθεί αυστηρώς γεωγραφική τάξη στις απαριθμήσεις του. Κατά τρόπο ανάλογο γίνεται και η απαρίθμηση των Ιλλυριών.
Από την παραπάνω ανάλυση των πληροφοριών του Στράβωνος σε συνδυασμό με την πληροφορία του ίδιου συγγραφέα «Χάονες μεν ουν και Θεσπρωτοί και μετά τούτους εφεξής Κασσωπαίοι (και ούτοι δ’ εισί Θεσπρωτοί) την από των Κεραυνίων ορών μέχρι του Αμβρακικού κόλπου παραλίαν νέμονται» (Στράβων 7.7.5 σ. 324), προκύπτει ότι τα βορειότερα ηπειρωτικά έθνη ήταν, από Δ. προς Α. οι Χάονες και οι Ατιντάνες και από τα νοτιότερα έθνη των Ιλλυριών οι Δασσαρρήτιοι.
Το αρχαίο θέατρο του Βουθρωτού χτισμένο τον 3ο αιώνα π.χ.
Η κατάταξη αυτή δεν αίρει όλες τις ασάφειες. Βόρεια των Ακροκεραυνίων, πέραν των αποικιών Απολλωνίας και Επιδάμνου, μαρτυρείται σειρά πόλεων (ή εθνών) των οποίων ο ιλλυρικός χαρακτήρας είναι αμφισβητήσιμος. Στην νοτιότατη ζώνη απαντούν, εκ Δ. προς Α., ο Ωρικός, η Ολύμπιη και η Αμαντία, στη δε αμέσως βορειότερη ζώνη οι Βαλαιίται, η Νίκαια και η Βυλλίς. Βορειότερα ακόμη, στο γεωγραφικό πλάτος της Απολλωνίας, η Διμάλη ήταν σε επαφή με τους Παρθίνιους, ενώ η Αντιπάτρεια ήταν μακεδονική αποικία στην Ιλλυρική Δασσαρήτιδα.
Από τις παραπάνω πόλεις ο Ωρικός ήταν πόλη ελληνική της Ηπείρου, κτίσμα των Ευβοέων κατά την παράδοση (Ψευδο-Σκύμνος 411-13: «ελληνίς ωρικός»… παράλιος πόλις / εξ Ιλίου γαρ επανάγοντες Ευβοείς / κτίζουσι, Εκαταίος FgrHist 1, F 106), που κανείς έως σήμερα δε διανοήθηκε να χαρακτηρίσει Ιλλυρική. Μία άλλη παράδοση η οποία αποδίδει την ίδρυση του Ωρικού στους Κόλχους δεν έχει βέβαια καμία ιστορική βάση.
Για τους θεσμούς της πόλης αυτής γνωρίζουμε μόνο τις αντιφατικές αναφορές Αλβανών αρχαιολόγων σε αδημοσίευτες επιγραφές, που ανακαλύφτηκαν εκεί και που μνημονεύουν ως ανώτατο άρχοντα, κατά μεν τον S. Amanali τον πρύτανη, κατά δε τον Η Çeka το στρατηγό (Amanali, «Amantia» 93, η59 και Çeka, Numismatigue. 130, η. 32). Στην πρώτη περίπτωση θα επρόκειτο για μια ακόμη ένδειξη κερκυραϊκής επίδρασης, διαγνωστής και από άλλα στοιχεία (πρβλ Amanali, «Illyriens: 164 και Dakaris, «Dodone» 60), στη δε δεύτερη για θεσμό ηπειρωτικής προέλευσης.
Για την Αμαντία οι μαρτυρίες μπορούν να φανούν από πρώτη άποψη αντιφατικές. Ο Παυσανίας τοποθετεί την Αβαντίδα χώρα στη Θεσπρωτία «κατά τα όρη τα Κεραύνια» και αποδίδει τον εποικισμό της σε Λοκρούς από το Θρόνιον και Άβαντες από την Εύβοια (Παυσανίας 5.22.3 – 4: «η δε Αβαντίς καλουμένη χώρα και πόλισμα εν αυτή Θρόνιον της Θεσπρωτίδος ήσαν ηπείρου κατά τα όρη Κεραύνια· σκεδασθεισών γαρ έλλησιν, ως εκομίζοντο εξ Ιλίου, των νεών, Λοκροί τε εκ Θρονίου της επί Βοαγρίω ποταμώ και Άβαντες από Ευβοίας ναυσίν οκτώ συναμφότεροι προς τα όρη κατηνέχθησαν τα Κεραύνια»). Ο Στέφανος Βυζάντιος την τοποθετεί στην Ιλλυρία, αλλά αποδίδει και αυτός την ίδρυσή της στους Ευβοείς Άβαντες (Στ. Βυζάντιος στο λ. Αμαντία· «Ιλλυριών μοίρα, πλησίον Ωρικού και Κερκύρας εξ Αβάντων από Τροίας νοστησάντων οικισμένη»).

Η Αντιγόνεια ιδρύθηκε από τον Βασιλέα Πύρρο το 296 π.χ
Ο Πλίνιος αποκαλεί τους Άβαντες «βαρβάρους» (Ρlinius, Ν.Η. 3.23), αλλά ο Πρόξενος, ιστορικός του 3ου αι. π.Χ., τους θεωρεί Ηπειρώτες (FgrHirst 703, F6 – Στ. Βυζάντιος στο λ. Χαονία), γνώμη την οποία επαναλαμβάνει ο Ησύχιος (Ησύχιος στο λ. Άμαντοι, έθνος ηπειρωτικόν).
Οπωσδήποτε, η γλώσσα των επιγραφών τους είναι, φυσικά, η ελληνική και, ιδίως, όλοι οι γνωστοί πολίτες τους φέρουν ελληνικά ονόματα. Το όνομα Ασπιβουσέχου, το οποίο διατείνεται ότι διάβασε ο Ugalini (Albania 195, η. 16) προέρχεται ασφαλώς από λανθασμένη ανάγνωση.
Οι λατρείες της Αμαντίας είναι χαρακτηριστικά ελληνικές (Ζευς, Αφροδίτη, Πάνδημος, Παν, Νύμφες). Ελληνικοί, επίσης, είναι οι πολιτικοί θεσμοί της (πρύτανις, γραμματεύς, ταξιάρχης, αγωνοθέτης, βουλή, κλπ.) και τα ήθη και έθιμά της. Το στάδιο της Αμαντίας, για παράδειγμα, που ιδρύθηκε τον 3ο αι. π.Χ. σε εντυπωσιακή τοποθεσία, με επιμελημένες λίθινες σειρές εδωλίων στο κοίλον (σώζονται 17 στο βόρειο τμήμα του) επιβεβαιώνει την ύπαρξη ελληνικών ηθών και πολιτιστικού βίου, προσφέροντας άλλη μια απόδειξη για την ελληνικότητα της πόλης.
Ανάλογες παρατηρήσεις μπορούν να γίνουν για τη γειτονική πόλη με το ελληνικό όνομα Ολύμπιη, αλλά και για πόλεις της αμέσως βορειότερης ζώνης, όπως Βαλλιακή, Βαιάκη ή Βαλάκη (Στράβων 7.5.8 c 316 «Μετά δ’ Απολλωνίων Βαλιακή και Ωρικόν» και Στ. Βυζάντιος στο λ. Βαιάκη «πόλις της Χαονίας»).
Στα ενδότερα η Βυλλίς και η Νίκαια θέτουν πιο δισεπίλυτα προβλήματα. Οι Η. και Ν. Çeka θεωρούν τη Βυλλίδα και τη Νίκαια ως μέρος του μεγάλου ιλλυρικού έθνους των Ατιντάνων, στο οποίο περιλαμβάνουν επίσης την Αμαντία, την Ολύμπιη, ακόμη και την Αντιγονεία. Τη θεωρία αυτή με ορισμένες επιφυλάξεις δέχεται και ο Cabanes. Ο L. Robert περιορίζει το κοινόν των Βυλλιόνων στη Βυλλίδα και τη Νίκαια. Ο Ν. Hammond υποστηρίζει ότι η Βυλλίς ήταν ελληνική αποικία ιδρυμένη στη χώρα των Ιλλυριών Βυλλιόνων, η οποία χτίστηκε αρχικά στα παράλια και κατόπιν μεταφέρθηκε στα ενδότερα. Η Φανούλα Παπάζογλου κάνει λόγο, επίσης, για ελληνικά κτίσματα σε βαρβαρικό έδαφος.
Τη συντριπτική πλειονότητα του ονοματολογίου της Βυλλίδος, της Νίκαιας και της περιοχής τους αποτελούν ελληνικά ονόματα που συναντώνται στα έθνη της βόρειας Ελλάδας, δηλαδή της Ηπείρου και της Μακεδονίας (Αλέξανδρος, Ανδρίσκος, Αρχέλαος, Νικάνωρ, Κέββας, Μακέτας, Πευκόλαος, Φάλακρος, Φιλώτας, Δρίμακος, Αλεξόμμας). Τη σημαντική αυτή μαρτυρία για τον εξ αρχής ελληνικό χαρακτήρα των κατοίκων δεν ακυρώνει η παρουσία ελάχιστων ιλλυρικών ονομάτων (Πρευράτος, Τριτεύτας, Τράσος), παρόλο ότι δύο από τους φορείς των ονομάτων αυτών κατείχαν την επώνυμη αρχή του Πρύτανη. Αντιθέτως, εντυπωσιακή είναι η μεγάλη διάδοση ενός μικρού αριθμού ανθρωπονυμίων (Πραύγος τρεις φορές, Πραύγισσος τέσσερις φορές, Πραυγίμμας δύο φορές), τα οποία δεν μπορούν να θεωρηθούν ούτε ιλλυρικά ούτε ελληνικά. Σε αυτά θα μπορούσαμε να προσθέσουμε και άλλα ονόματα αμφίβολης ετυμολογίας, όπως Ασπίμμας, Πάτων, κ.α.. Και αυτής της κατηγορίας τα ονόματα ανήκουν σε διακεκριμένους πολίτες που κατέλαβαν σημαντικά αξιώματα.
Αυτού του είδους τα ονόματα δίνουν μια νέα διάσταση στις πληροφορίες περί ανάμεικτων εθνών και δίγλωσσων πληθυσμών, στους οποίους ο Στράβων δεν περιλαμβάνει μόνο τους Βυλλίονες, αλλά και τους Ταυλαντίους, τους Παρθίνους, τους Βρύγους, τους Εγχελείς και κατά πάσα πιθανότητα τους Δασσαρητίους.
Το φαινόμενο της ανάμειξης ελληνικών και μη ελληνικών στοιχείων, τα οποία μάλιστα ενίοτε δεν είναι ιλλυρικά, αλλά ανήκουν σε παλαιότερα στρώματα του πληθυσμού, εμφανίζεται ακόμη εντονότερο στις περιοχές που αποδίδονται κατά το Στράβωνα στα ιλλυρικά έθνη των Βρύγων, Εγχελέων και Δασσαρητών. Σε μελέτη της η Nade Proeva (Proeva, «Encheleens» 191-192) υποστήριξε την άποψη ότι τα έθνη αυτά δεν ήταν ιλλυρικά. Αυτό ισχύει αναμφισβήτητα για τους Βρύγους, κατάλοιπα των φρυγικών πληθυσμών της Ευρώπης, που μόνο από γεωγραφική άποψη μπορούν να χαρακτηρισθούν έθνος ιλλυρικό ή μακεδονικό.
Στην ενδιάμεση ζώνη των Ταυλαντίων, Παρθίνων, Βρύγων, Εγχελέων και Δασσαρητίων, που περιγράφει ο Στράβων, θα πρέπει να δεχθούμε την παρουσία και των τριών στοιχείων: Ελλήνων, Ιλλυριών και προελληνικών και προϊλλυρικών πληθυσμών, είτε πρόκειται για πραγματικούς θύλακες, ανάλογους με των Βλάχων των νεότερων χρόνων μεταξύ Ελλήνων και Αλβανών, είτε για απλά πολιτιστικά κατάλοιπα -ιδίως με τη μορφή παραδοσιακών ανθρωπονυμίων- πληθυσμών που γλωσσικά τουλάχιστον είχαν αφομοιωθεί από τις επικρατέστερες εθνικές ομάδες.
Παρόλο που τα γλωσσικά και εθνικά όρια, τα οποία προσπαθήσαμε να ορίσουμε, δεν πρέπει να νοηθούν ως αδιαπέραστα σύνορα, αλλά μάλλον ως ζώνες επαφής με αλληλοδιεισδύσεις, επιμιξίες και φαινόμενα διγλωσσίας, ωστόσο την πιο αδιαμφισβήτητη μαρτυρία για την ελληνικότητα των πόλεων προς Β. των Ακροκεραυνίων και συνάμα για τα όρια του ελληνισμού στην περιοχή αυτή δίνει το ηπειρωτικό τμήμα του μεγάλου καταλόγου των θεαροδόκων των Δελφών των αρχών του 2ου αι. π.Χ., όπου αναγράφονταν οι ελληνικές πόλεις και έθνη στις οποίες τα μεγάλα πανελλήνια ιερά απέστελναν θεωρούς να αναγγείλουν την προσεχή ιερή εκεχειρία και τέλεση θυσιών και αγώνων. Είναι δε σε όλους γνωστό ότι μόνο Έλληνες μπορούσαν να συμμετέχουν στους πανελλήνιους αγώνες και πανηγύρεις. Σε αυτόν τον κατάλογο, εκτός από την Κασσώπη, τη Δωδώνη, τη Φοινίκη, τις Καμάρες, την Απολλωνία και το Δυρράχιο, αναφέρονται ο Ωρικός, η Αβαντία (Αμαντία) και η Βυλλίς, που αποτελεί τη βορειότερη μη αποικιακή Ελληνίδα πόλη στη συγκεκριμένη περιοχή.
Από την παραπάνω επισκόπηση προκύπτει ότι τα βορειότερα όρια του ελληνισμού στην Ήπειρο κατά την αρχαιότητα τοποθετούνται στην κοιλάδα του Αώου. Δεν είναι, επομένως, καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι και κατά τη σύγχρονη εποχή τα βορειότερα ελληνόφωνα χωριά στην Αλβανία είναι η Άρτα (Νάρτα) και η Σβέρνιτσα, στον κόλπο του Αυλώνα, μεμονωμένα σήμερα λείψανα των αρχαίων Ωρικίων και Βαλαιϊτών.

Μιχάλης Χρ. Παντούλας

Φιλόλογος, ερευνητής

Υ.Γ. Η επιλογή των χαρτών και των φωτογραφιών έγινε από τον Αθανάσιο Δάλλα. Οι φωτογραφίες και οι χάρτες ελήφθησαν από το βιβλίο «ΗΠΕΙΡΟΣ – 4.000 ΧΡΟΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ» (ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ Α.Ε. – 1997)