Ο θρύλος των γενεών

Το παρόν Άρθρο αποτελεί μέρος ομάδας Άρθρων και συντάχθηκε με βάση το σκεπτικό που παρατίθεται στο εισαγωγικό κείμενο που φέρει τον τίτλο

Ήπειρος – Μυθολογία, Ιστορία

ΠΡΟΟΙΜΙΟ

Ο μύθος για τα ανθρώπινα γένη που δημιουργούνται διαδοχικά, με την απαισιοδοξία για το φαινόμενο της ζωής, με την ουτοπική ιδέα ότι η ζωή ξεκίνησε από ιδανικές μορφές και κατέληξε στην εσχάτη αθλιότητα, με τη βαθμιαία πτώση της αξίας της ζωής αισθητοποιημένη με τα μέταλλα, στην αξιολογική υποτίμηση από τα πιο πολύτιμα ως τα πιο ευτελή, δεν είναι επινόημα ούτε του Ησιόδου ούτε των Ελλήνων γενικότερα.

Στους Πέρσες η γενιά του Ζωροάστρη είναι η χρυσή και οι επόμενες είναι από άργυρο, χαλκό και σίδερο. Στους Ινδούς, η ιστορία του ανθρώπου στη γή χωρίζεται σε τέσσερις μεγάλους περιόδους, σε κάθε μια από τις οποίες κυριαρχεί ένα ορισμένο γένος ανθρώπων με τα δικά του χαρακτηριστικά.

Στον ελληνικό μύθο όμως τα γένη δεν είναι τέσσερα, όπως στους μύθους άλλων λαών, αλλά πέντε. Αυτό μπορεί να εξηγηθεί από το γεγονός ότι ο ποιητής, όντας, χρονικά, πολύ κοντά στην ηρωική ποίηση, δεν γινόταν να αντιταχθεί στην κοινή πεποίθηση, βάζοντας στα τελευταία σκαλοπάτια της παρακμής, στη σιδερένια γενιά, τους γενικά καθιερωμένους και χιλιοτραγουδισμένους μεγάλους ήρωες του μυκηναϊκού πολιτισμού που είχε προηγηθεί. Έτσι  αναγκάστηκε να επινοήσει τη ηρωικό γένος, να αποσιωπήσει την σύνδεση του με τα μέταλλα, διασπώντας μ’ αυτό τον τρόπο σε καίριο σημείο και την φθίνουσα κλίμακα με τα μέταλλα και την αύξουσα της απαισιοδοξίας με τον δίχως ανακοπή ξεπεσμό και εξευτελισμό της ζωής.

 Τα πέντε γένη

 (ΗσιόδουΈργα και Ημέραι”, στίχοι: 109-201)

 Χρυσό πρώτα πρώτα γένος από ανθρώπους με λαλιά

οι αθάνατοι εκάμαν, που ‘ν’ στα Ολύμπια δώματα.

Τούτοι επί Κρόνου ήταν, σαν αυτός βασίλευε,

κι όπως οι θεοί εζούσαν, ξένοιαστο νου έχοντας,

δίχως πόνο, δίχως θλίψη και κακά γεράματα,

αλλά πάντα τους στα χέρια και στα πόδια όμοιοι

χαίρονταν με γλεντοκόπια, έξω απ’ όλα τα κακά,

και πέθαιναν σαν από ύπνο δαμασμένοι, και καλά

ήταν για αυτούς τα πάντα, και καρπό έφερεν’ η γη

πολύ κι άφθονο από μόνη, κι αυτοί θεληματικά

ήσυχοι έργα μοίραζαν και μαζί καλά πολλά.

Κι αφού δα τούτο το γένος όλο η γη το σκέπασε,

τούτοι δαίμονες γινήκαν, αγνοί, επιχθόνιοι,

καλοί, φύλακες, σωτήρες των ανθρώπων των θνητών,

πλουτοδότες, κι είχαν τούτο σα βασιλικιά τιμή.

Δεύτερο κατόπι γένος και πολύ χειρότερο

αργυρό κάμαν οι που ‘χουν τα Ολύμπια δώματα,

στο χρυσό ούτε στη φύτρα όμοιο ούτε και στο νου.

μα εκατό το παιδί χρόνια πλάι στη μάνα την καλή

τρεφόταν να μεγαλώσει, μέγα νήπιο, σπίτι του.

αλλ’ αφού πια μεγαλώναν και στην ήβη φτάνανε,

πολύ λίγο ζούσαν χρόνο, έχοντας και βάσανα

απ’ τις αμυαλιές, το θράσος τ’ άτσαλο δεν δύνονταν

πέρα να κρατήσουν ούτε να λατρεύουν τους θεούς

ήθελαν ούτε θυσίες πάνω σε ιερούς βωμούς,

ως οι άνθρωποι θέσπισαν κατά τόπους. Κι έπειτα

τούτους μες στη γην ο Δίας χολωμένος έκρυψε,

τους θεούς σαν δεν τιμούσαν, που τον Όλυμπο έχουνε.

Κι αφού πια τούτο το γένος όλο η γη το σκέπασε,

κάτω από την γην επήγαν και τους λένε Μάκαρες,

δεύτεροι, όμως και τούτους τους ακολουθεί τιμή,

Κι ο πατέρας Δίας τρίτο, γένος άλλο από θνητούς,

χάλκινο έκανε, που διόλου στ’ αργυρό δεν έμοιαζε,

και από μελιά βγαλμένο, φοβερό και τρομερό.

Μέλημά τους του Άρη έργα θλιβερά κι αδιαντροπιές,

Ούτε στάρι τρώγαν και είχαν διαμαντιού σκληρή καρδιά.

Κι ήταν χάλκινα τα όπλα, χάλκινα τα σπίτια τους,

Το χαλκό δούλευαν, μαύρος δεν υπήρχε σίδηρος.

Κι απ’ τα χέρια τους τα ίδια τούτοι δαμαστήκανε

Και στο μουχλιασμένο σπίτι πήγαν του Άδη του ψυχρού,

άγνωστοι. Κι αυτούς τους πήρε, κι όντας έκπαγλους,

μαύρος θάνατος, κι άφησαν το λαμπρό του ήλιου φως.

Κι αφού πια τούτο το γένος όλο η γη το σκέπασε,

τέταρτο, εν’ άλλο πάλι, στη γη την πολύβοσκη

έκανε ο Κρονίδης Δίας, δικαιότερο, ικανό,

από ηρωικούς ανθρώπους, θείο γένος, που τους λεν

ημίθεους, γενιά πρώτη στην απέραντη γη.

Πόλεμος κακός και τούτους και σαλαγητό φριχτό

στην εφτάπυλη τη Θήβα άλλους, στην Καδμεία γη,

τους ξολόθρεψε στη μάχη για το βιός του Οιδίποδα

κι άλλους μέσα σε καράβια σε μεγάλη θάλασσα

και στη Τροία για την Ελένη πήγε καλλίκομη.

Σ’ αυτούς χώρια απ’ τους ανθρώπους βιος και τόπο χάρισε

και τους στέριωσε ο πατέρας Δίας στα πέρατα της γης.

Κι αυτοί βέβαια κατοικούνε, ξένοιαστο νου έχοντας,

Στων Μακάρων τα Νησάκια, στον βαθύν Ωκεανό,

Ήρωες ευτυχισμένοι, και γι’ αυτούς γλυκό καρπό

Τρείς φορές το χρόνο φέρνει πλούσιο η ζωοδότρα γη.

Ας μην έσωνα  ποτέ μου με τους πέμπτους να ΄μια εγώ,

μα ή πριν να ‘χα πεθάνει ή έπειτα να γεννηθώ.

Γιατί τώρα γένος είναι σιδερένιο, και ποτέ

μέρα νύχτα δεν θα πάψουν κάματος και βάσανα

να τους φθείρουν, και θα δώσουν έγνοιες οι θεοί βαριές.

Όμως και γι’ αυτούς θα σμίξουν τα καλά με τα κακά.

Και θα ξολοθρέψει ο Δίας κι αυτή τη θνητή γενιά,

όταν, μόλις θα γεννιούνται, θα ‘ναι πια ασπρομάλληδες.

Ούτε με παιδιά πατέρας όμοιος ούτε και παιδιά

ούτε φίλος με το φίλο, σύντροφος με σύντροφο,

ούτε κι αδερφός θε να ΄ναι φίλος, όπως ήταν πριν.

Σαν αρχίσουν αν γερνάνε, τους γονιούς δεν θα τιμούν,

θα τους βρίζουνε κι ακόμα σκληρά λόγια θα τους λεν,

άθλιοι, κι ούτε θεία δίκη θα λογαριάζουν, ούτε και

στους γονιούς, που θα γερνάνε, θε να δίνουν διατροφή.

Του πιστού και του δικαίου και καλού καμία τιμή,

μάλλον του κακού το δράστη θα τιμούν και το θρασύ.

Και το δίκιο με τα χέρια, κι η ντροπή θα ‘χει χαθεί,

κι ο κακός συχνά θα βλάφτει τον ανώτερο άνθρωπο

λέγοντας άδικα λόγια, κι όρκο θ’ ακολουθάει τους δύστυχους,

που κακόγλωσσος θε να ΄ναι, τρομερός, χαιρέκακος.

Και στον Όλυμπο δα τότες από την πλατιά γη,

στα λευκά φορέματά τους με κρυμμένη την ειδή,

στην φυλή των αθανάτων κι η Αιδώς κι η Νέμεση

θε να παν και θ ν’ αφήσουν τους ανθρώπους, και σ’ αυτούς

οι πικροί πόνοι θα μείνουν, του κακού δεν θα ‘ν’ γιατρειά.

Η δημιουργία του ανθρωπίνου γένους

348 Η δημιουργία των ανθρώπων

Ως πλάστης του ανθρώπου εμφανίζεται ο Προμηθέας, ενώ η Αθηνά εμφυσά το πνεύμα. Στην σύνθεση περιλαμβάνονται επίσης ένας Ερωτιδέας, ο Ερμής, ο Ωκεανός, ο Ήλιος και η Νύχτα. Πίσω από τον Προμηθέα στέκουν η Κλωθώ που γνέθει τη μοίρα του ανθρώπου,  η Λάχεση που ορίζει το ωροσκόπια και η Άτροπος η οποία, κοντά σε ένα νεκρό, κρατάει το ειλητό με το γραφτό του.
 (Σαρκοφάγος. Γύρω στο 270 μ.χ., Ρώμη, Museo Capitolino)

 

Ο μύθος του Ησιόδου που αναφέρεται στα πέντε γένη είναι η αρχαιότερη προσπάθεια του ελληνικού πνεύματος για μια συνθετική έκφραση πάνω στην ιστορία του ανθρώπου και πάνω στη φιλοσοφία της ιστορίας.

Το θαυμάσιο αυτό ποιητικό αφήγημα δεν έχει καθαρώς μυθικό χαρακτήρα. Υπό τον πέπλο του μύθου υπάρχει ευδιάκριτη ιστορική πραγματικότητα και τα γένη που αναφέρει ο ποιητής, ως διαδεχθέντα το ένα το άλλο, υπήρξαν ως ευδιάκριτες κοινωνικές καταστάσεις.

Με το χρυσό γένος απεικονίζεται μια περίοδος πριν από κάθε κοινωνική οργάνωση και τεχνολογία, όταν οι άνθρωποι, χωρίς τη φωτιά, χωρίς τη γεωργία και τη ναυτιλία, ζούσαν απλά στη φύση και τρέφονταν με ότι τους προσέφερε η γη χωρίς καλλιέργειες.

Με το αργυρό γένος περιγράφεται μία περίοδος μητριαρχίας. Είναι σαφές ότι εδώ διασώζεται η ανάμνηση του πρωτόγονου σταδίου της οργάνωσης των κοινωνιών όπου, λόγω της καλούμενης «ομαδικής μίξεως», κανένας δεν γνώριζε τον πατέρα του, αλλά μόνο τη μητέρα του, η οποία αναγνωρίζονταν και σαν αρχηγός του γένους.

Με το χάλκινο γένος περιγράφονται οι πρώτοι Έλληνες που ήξεραν να δουλεύουν το χαλκό. Σ’ αυτούς ανήκουν βέβαια και οι ήρωες του μυκηναϊκού πολιτισμού, που ο Ησίοδος, για λόγους που εξηγήσαμε, τους ξεχώρισε και, με την επινόηση του ηρωικού γένους, τους έδωσε ιδιάιτερη θέση μέσα στη σύνθεση του.

Τέλος με το σιδερένιο γένος, περιγράφεται η περίοδος που αρχίζει με τους Δωριείς, όταν η χρήση του σιδήρου γενικεύεται και προσδιορίζει την οργάνωση της κοινωνίας

ΙΔΙΑΙΤΕΡΗ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ

 

Όταν ο Δίας αποφάσισε να εξοντώσει το χάλκινο γένος, προκάλεσε τον κατακλυσμό από τον δασώθηκαν μόνον ο Δευκαλίων και η Πύρρα, οι γενάρχες των Ελληνικών φύλων.

Βιβλιογραφία 

  • «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ – ΤΟΜΟΣ 2 – ΟΙ ΘΕΟΙ» (ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ – ΣΥΝΤΑΚΤΕΣ: Ι. Θ. ΚΑΚΡΙΔΗΣ, Σ.Ν. ΡΟΥΣΣΟΣ, ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΜΑΜΑΡΕΤΑ, ΑΡΙΣΤΟΞΕΝΟΣ Δ. ΣΚΙΑΔΑΣ και Ν. ΠΑΠΑΧΑΤΖΗΣ)

  • «ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝΗσίοδος» (Εκδόσεις Δαίδαλος – Επιμέλεια: ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΡΔΑΤΟΣ, Εισαγωγή – Μετάφραση – Σχόλια: ΠΑΝΑΓΗΣ ΛΕΚΑΤΣΑΣ – 1η ΈΚΔΟΣΗ 1941)

  • «ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΠΑΙΔΕΙΑ – ΠΑΥΛΟΥ ΔΡΑΝΔΑΚΗ» (Εκδόσεις: “Φοίνιξ Ε.Π.Ε.” Δεύτερη Έκδοση)

 

Σημείωση: Το παρόν Άρθρο συντάχθηκε με τήρηση όλων των κανόνων δεοντολογίας και με βάση τα όσα αναφέρονται (στοιχεία, πληροφορίες, σχόλια κ.λ.π.) στις πηγές που αναγράφονται στο τέλος του κειμένου (Βιβλιογραφία).