Θεογονία του Ησιόδου – Οι πρώτοι θεοί

Το παρόν Άρθρο αποτελεί μέρος ομάδας Άρθρων και συντάχθηκε με βάση το σκεπτικό που παρατίθεται στο εισαγωγικό κείμενο που φέρει τον τίτλο

Ήπειρος – Μυθολογία, Ιστορία

 

ΘΕΟΓΟΝΙΑ ΤΟΥ ΗΣΙΟΔΟΥ

ΠΡΟΟΙΜΙΟ

Ο Ησίοδος γεννήθηκε στην Άσκρα Βοιωτίας (κατά τον Ησύχιον το όνομα Άσκρα σημαίνει δρυς άκαρπος). Η εποχή κατά την οποία έζησε ο ποιητής δεν είναι γνωστή και δεν υπάρχει κανένα τεκμήριο για να μας οδηγήσει σ’ αυτή. Αρκεί πάντως να σημειωθεί ότι ο Ησίοδος είναι προγενέστερος του τελευταίου τρίτου του 7ου π.χ. αιώνος, διότι σε κάποιο απόσπασμα του Σημωνίδου (640 π.χ.) βρίσκουμε αναμφισβήτητη μίμηση των στίχων 702-3 των Έργων. Συνεπώς το 620 π.χ. τουλάχιστον είναι το αναμφισβήτητο terminus ante quem.

Η «Θεογονία» του Ησιόδου είναι ένα υπέροχο κείμενο που αντιπροσωπεύει για μας τους Έλληνες την αρχαιότερη και την πληρέστερη ποιητική σύνθεση του είδους της. Στη μυθική περιγραφή του κόσμου από τον Ησίοδο διακρίνονται στοιχεία τόσο από εμπειρίες που αναφέρονται στα φυσικά φαινόμενα, όσο και από εμπειρίες που αναφέρονται στον ανθρώπινο βίο. Ας σημειωθεί δε ότι το ποιητικό αυτό έργο λειτούργησε ως πρότυπο για τις μεταησιόδειες θεογονίες και τις σχετικές με αυτές αντιλήψεις της αρχαίας ελληνικής κοινωνίας.

Η, κατά τον Ησίοδο, δημιουργία των θεών και του κόσμου αποτυπώνεται παραστατικά στο διάγραμμα που που περιέχεται στον 2ο τόμο της «Ελληνικής Μυθολογίας – Οι Θεοί»  (Εκδοτική Αθηνών) και φέρει τον τίτλο «Η ΘΕΟΓΟΝΙΑ ΤΟΥ ΗΣΙΟΔΟΥ»

ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ ΘΕΟΙ

(Θεογονία, στίχοι: 116-153)

Πρώτα έγινε το Χάος κι από λίγο έπειτα

η πλατιά η Γή, για πάντα έδρα όλων ασφαλής

των αθανάτων, που έχουν τις κορυφές του Ολύμπου,

κι ο πανέμορφος ο Έρως μέσα στους αθανάτους,

που τα μέλη λύνει όλων των ανθρώπων και θεών

και δαμάζει μες στα στήθη νου και φρόνηση και βουλή.

Από το Χάος μαύρη Νύχτα και Έρεβος γεννήθηκαν,

κι από τη Νύχτα ο Αιθέρας και η Ημέρα γίνηκαν,

που τους γέννησε του Ερέβους, μ’ έρωτα σαν έσμιξε.

Και η Γη γέννησε πρώτα τον αστέρινο, Ουρανό

ίσο με τον εαυτό της, να τη σκέπει ολόγυρα

κι έδρα των θεών να είναι ασφαλής παντοτινά.

Γέννησε τα μακρά Όρη, τα λημέρια της χαράς

των Νυμφών, που κατοικούνε μέσα στα φαράγγια τους.

Αυτή γέννησε ακόμα τα’ άπατο το πέλαγος

φουσκωμένο και τον Πόντο(4), δίχως πόθο ερωτικό

κι έπειτ’ από τούτα πάλι, όταν με τον Ουρανό

πλάγιασε, γεννά στον κόσμο τον βαθύ Ωκεανό,

τον Ιαπετό, τον Κοίο, τον Κρείο κι Υπερίωνα,

Θεία, Ρέα, Μνημοσύνη και μαζί την Θέτιδα,

χρυσοστέφανη τη Φοίβη, την Τηθύ την ποθητή.

Και μ’ αυτούς στερνός ο Κρόνος εγεννήθη ο πονηρός,

πιο σκληρός απ’ τα παιδιά της κι εχθρευόταν το γονιό

Και τους Κύκλωπες εγέννα με την άτρομη καρδιά,

τον Στερόπη και τον Βρόντη και τον Άργη ορμητικό,

που βροντή στο Δία δώσαν κι έφτιαξαν τον κεραυνό,

Τούτοι βέβαια σ’ όλα τα’ άλλα ήταν όμοιοι των θεών,

Κύκλωπες μονάχα ήταν, όπως λέει και τα’ όνομα,

μια και είχαν ένα μάτι κυκλικό στο μέτωπο

κι αντοχή κι ορμή και τρόπο είχανε στα έργα τους.

Κι άλλοι ακόμη γεννηθήκαν γιοί της Γης και τ’ Ουρανού,

τρεις μεγάλοι, ψυχωμένοι, αν και όχι ονομαστοί,

Κόττος, Γύγης και Βρυάρης, τέκνα υπερήφανα.

Εκατό χέρια από τους ώμους ξεκινούσανε σ’ αυτούς

Με ορμή κι από πενήντα συον καθένα κεφαλές

Απ’ τους ώμους ξεφυτρώναν στιβαρά τα μέλη τους,

άμετρη κι η αντοχή τους στη μεγάλη τους ειδή.


Εδώ τελειώνει η περιγραφή του κύκλου γένεσης των πρώτων θεών και στις επόμενες παραγράφους θα παραθέσουμε αποσπάσματα από τις αναλύσεις και σχόλια που περιέχονται στις πηγές από τις οποίες αντλούμε τις πληροφορίες μας.

Α)  Ησίοδος (Εκδόσεις Δαίδαλος –, Εισαγωγή – Μετάφραση – Σχόλια: Παναγής Λεκατσάς)

  • ἤτοι μὲν πρώτιστα Χάος : “το Χάος ενταύθα δεν έχει την φιλοσοφικήν έννοιαν την οποίαν κατόπιν προσέλαβε, δεν είναι το Χάος του Αναξαγόρου, ούτε η αδρανής συγκεχυμένη ύλη του Οβιδίου. Κατά την ετυμολογίαν της λέξεως σημαίνει το χάσμα. Χάσμα δε είναι η υπό της περιοριζούσης εποπτικής φαντασίας παράστασις του κενού”.

  • Γαῖ᾽ εὐρύστερνος, πάντων ἕδος ἀσφαλὲς αἰεὶ : “Πρέπει να σημειώση τις ότι δεν πρόκειται ενταύθα περί αυτής ταύτης της Γης οία εμφανίζεται εις τα όμματα, την οποίαν συχνότερον και προς και προς δήλωσιν περιωρισμένης πως εκτάσεως ωνόμαζον Χθόνα.”

  • ἠδ᾽ Ἔρος, ὃς κάλλιστος ἐν ἀθανάτοισι θεοῖσι : “Το πόσον κακώς οι ερμηνευταί της μυθολογίας θεωρούν ενταύθα τον Έρωτα «ως πρωσοποποίσιν της ελκτικής δυνάμεως, ήτις αναγκάζει τα στοιχειώδη σωματίδια να συνδυασθούν και να συνενωθούν» καταδεικνύει αυτό το κατωτέρω επίθετον λυσιτελής, όπερ μόνον εις ανθρώπινον πάθος προσιδιάζει και ουχί εις αφηρημένην ιδέαν, ως η της παγκοσμίου έλξεως, περί ης ουδ’ υποψία υπήρχε

  • Πόντον, ἄτερ φιλότητος ἐφιμέρου : “Εγεννήθη δε ο Πόντος άνευ ερωτικής μείξεως, όπερ κατά τους μυθολόγους αινίσσεται την αδυναμίαν του αλμυρού ύδατος προς γονιμοποίησιν”

  • αὐτὰρ ἔπειτα Οὐρανῷ εὐνηθεῖσα τέκ᾽ Ὠκεανὸν βαθυδίνην : “Ο Ωκεανός ενταύθα είναι ο εις άπασαν την αρχαιολληνική ποίησιν μέγας ποταμός, ο αενάως ρέων και περικυκλών την γήν, διάφορος της θαλάσσης. Ούτος γεννάται εκ της Γης και του Ουρανού, διότι εις αυτόν εκφέρουν τα ύδατα πάντες οι ποταμοί, οίτινες είναι «διοπετείς», δηλαδή εκ του Ουρανού προέρχονται, ιδέν την οποίαν ευκόλως εξέθρεψεν η κατά τας βροχάς εξόγκωσις και εν ελλείψει βροχών ελάττωσις ή αποξήρανσις τούτων”

  • Θείαν τε Ῥείαν τε Θέμιν τε Μνημοσύνην τε : “Η Θέμις ως και η Μνημοσύνη, είναι μάλλον ηθικαί αλληγορικαί μορφαί παρά θεότητες. Κατά τους στίχους 901-3, η Η Θέμις είναι η δευτέρα σύζυγος του Διός, γεννήσασα εξ αυτού τας Ώρας, των οποίων τα ονόματα Ευνομία, Δίκη, Ειρήνη είναι πολύ εμφαντικά της ιδέας την οποίαν εκφράζει.”

Β) ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ – ΤΟΜΟΣ 2 – ΟΙ ΘΕΟΙ (ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ – 1η έκδοση) 

Στη «Θεογονία» του Ησιόδου, το Χάος, η Γη και ο Έρως αποτελούν την πρωταρχική τριάδα. Από τους τρεις πρώτους θεούς του Ησιόδου μόνο ο Έρως δεν γεννά απογόνους. Αυτός ενεργεί σαν ορμή που ενώνει τις άλλες δυνάμεις και τις ωθεί στη δημιουργία.

Η ησιόδεια περιγραφή της γενιάς του Χάους περιέχει στοιχεία και από εμπειρίες του φυσικού κόσμου και από αλληγορίες πάνω σε φαινόμενα του ηθικού βίου. Συγκεκριμένα μόνο στο πρώτο μέρος της είναι γνήσιος θεολογικός μύθος, ενώ στο δεύτερο αποτελεί φιλοσοφική διασκευή. Τα πρώτα ζευγάρια, το Έρεβος και η Νύχτα, ο Αιθέρας και η Ημέρα, είναι μορφές πλασμένες από τα κυρίαρχα φαινόμενα της ατμοσφαίρας, όπως διαπιστώθηκαν αρχικά από τον άνθρωπο μέσα στη φύση και πριν από την επιστήμη.

Με τον Αιθέρα και την Ημέρα σαν παιδιά της Νύχτας, γενεαλογούν την πάγια προεπιστημονική γνώση ότι τη νύχτα την διαδέχεται η μέρα, ότι το σκοτάδι παραχωρεί τη θέση του στο φως. Ακόμη και ο πρώτος φιλόσοφος Θαλής, όταν τον ρωτούν τι έγινε πρώτα η νύχτα ή η μέρα απαντά: «η νύχτα, μια μέρα πρωτύτερα!».

Νυξ και Ηώς

340 Νυξ και Ηώς

Λευκή λύκιθος, 1ο τέταρτο του 5ου π.χ. αιώνα, Νέα Υόρκη, Metropolitan Museum

 

Ο Ύπνος και ο Θάνατος είναι εύλογο να περνούν στη φαντασία των ανθρώπων σαν αδέλφια και να έχουν μητέρα τη Νύχτα, δηλαδή να αναφέρονται στην περιοχή του  σκοτεινού και απόκρυφου. Από αυτό το σημείο αρχίζει η μεταφορά. Η Απάτη και η Έρις, επίσης παιδιά της Νύχτας, βγαίνουν από το σκοτεινό και απόκρυφο όχι σαν φυσικό φαινόμενο αλλά σαν πνευματικό. Ευκολονόητη αλληγορία είναι και τα παιδιά της Έριδας: Πόνος. Λήθη, Λιμός, Μάχες, Φόνοι, Δυσνομία, Όρκος.

 Στον Ησίοδο η διαμόρφωση του κόσμου αρχίζει ουσιαστικά με τη Γη. Αυτή γεννά τον Ουρανό, τα Όρη και τον Πόντο, δηλαδή όλα τα μέρη του σύμπαντος κατά την μυθική αντίληψη. Το μεγάλο μητριαρχικό πρότυπο, που επιβάλλει στη συνείδηση του Ησιόδου τη Γή σαν πρωτογέννητη και αυτογέννητη «αναδυόμενη» από το Χάος, θεά που δημιουργεί το σύμπαν  γεννώντας τα μέλη του με μόνο το ανέραστο ακόμα σώμα της, διαφαίνεται από τα ακόλουθα στοιχεία της «Θεογονίας»: α) η Γη γεννά τα πρώτα παιδιά της «δίχως πόθο ερωτικό». β) αντίθετα από την παγκόσμια μυθική αντίληψη ότι ο Ουρανός και η Γη αποτελούν το αρχαιότερο αντρόγυνο, εδώ ο Ουρανός υποτάσσεται στη Γη και γίνεται γιος της. γ)  η Γη παραχωρεί στον Ουρανό μέρος από τις εξουσίες της δ)  η Γη αναδεικνύει τον Ουρανό βασιλικό σύζυγο και τεκνοποιεί από το σπέρμα του ε) η Γη τελικά παραμερίζει τον Ουρανό και μεταβιβάζει τις εξουσίες της σε άλλο πρόσωπο.

Οι απόγονοι της Γης, οι Τιτάνες, οι Γίγαντες, οι Κύκλωπες, οι Εκατόγχειρες, σε αφετηριακές βάσεις του μύθου πρέπει να ήταν μορφές όχι πολύ διαφορετικές μεταξύ τους. Έχουμε να κάνουμε με μυθοπλασίες που δίνουν πρόσωπο σε άμεσα γνωστά φυσικά σώματα και φαινόμενα, όπως οι στεριές οι θάλασσες, τα βουνά και τα ποτάμια.

ΙΔΙΑΙΤΕΡΗ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ

Η Γη έκανε κι άλλα παιδιά με τον Πόντο, τον Νηρέα του νερού, τον Θαύμα τον θαυμάσιο, την Ευρυβία την μεγαλοδύναμη, τον Φόρκυ και την Κητώ για τα κήτη.

Ο Νηρέας με την Δωρίδα, μια από τις κόρες του Ωκεανού, αξιώθηκε να χαρεί πενήντα κόρες τις Νηρηίδες.

Μια από τις Νηρηίδες ήταν η Θέτις, η μάνα  του Αχιλλέα, από τον οποίο ξεκινά ο Ηπειρωτικός κλάδος των Αιακιδών (Το ενδιαφέρον αυτό θέμα της γενεαλογίας των Αιακιδών θα αναπτυχθεί σε ιδιαίτερο άρθρο.

Νηρεύς, Δωρίς, Ωκεανός και Τηθύς

341 Νηρέας

Βωμός του Διός στην Πέργαμο, γύρω στο 180 π.χ., Stataliche Museum

Βιβλιογραφία

 

  • «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ – ΤΟΜΟΣ 2 – ΟΙ ΘΕΟΙ» (ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ – ΣΥΝΤΑΚΤΕΣ: Ι. Θ. ΚΑΚΡΙΔΗΣ, Σ.Ν. ΡΟΥΣΣΟΣ, ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΜΑΜΑΡΕΤΑ, ΑΡΙΣΤΟΞΕΝΟΣ Δ. ΣΚΙΑΔΑΣ και Ν. ΠΑΠΑΧΑΤΖΗΣ)

  • «ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝΗσίοδος» (Εκδόσεις Δαίδαλος – Επιμέλεια: ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΡΔΑΤΟΣ, Εισαγωγή – Μετάφραση – Σχόλια: ΠΑΝΑΓΗΣ ΛΕΚΑΤΣΑΣ – 1η ΈΚΔΟΣΗ 1941)

Σημείωση: Το παρόν Άρθρο συντάχθηκε με τήρηση όλων των κανόνων δεοντολογίας και με βάση τα όσα αναφέρονται (στοιχεία, πληροφορίες, σχόλια κ.λ.π.) στις πηγές που αναγράφονται στο τέλος του κειμένου (Βιβλιογραφία).