Διαμερίσαντο τα ιμάτιά μου εαυτοίς και επί τον ιματισμόν μου έβαλον κλήρον

Η άγνωστη πορεία της δωρεάς του Νικολάου Ζωσιμά «προς βοήθειαν της ανατροφής των ορφανών τέκνων των εν τοις υπέρ πίστεως και πατρίδος μάχαις πεσόντων Ελλήνων»

Οι βιογράφοι του Νικολάου Ζωσιμά ή ασχολούνται ελάχιστα με την,  υψίστου ηθικού μεγαλείου και τεράστιας εθνικής σημασίας, προσφορά «ημών των  αυταδέλφων Ζωσιμάδων, προς βοήθειαν της ανατροφής των ορφανών τέκνων των εν τοις υπέρ Πίστεως και πατρίδος μάχαις πεσόντων Ελλήνων» ή δεν την μνημονεύουν καν.

Ο Νικόλαος Ζωσιμάς κατείχε δύο ομολογίες (γραμμάτια) αξίας 100.000 ρουβλίων, που είχαν εκδοθεί για την εξόφληση ενός δανείου που είχε λάβει απ’ αυτόν η Ευδοκία, σύζυγος του στρατηγού Δημητριάδου Τουρκοβίτσα.  Τα ομόλογα αυτά παραδόθηκαν, μέσω του Υπουργού Εξωτερικών κ. Νέσσελροδ,  στον Υπουργό των Εκκλησιαστικών της Ρωσίας κ. Ροδοφοινίκη, με την παράκληση να τα εξαργυρώσει και να αποστείλει τα χρήματα που θα εισπράξει στον Εθνικό μας Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια. 067 Δωρητήριο

Με την επιστολή που συνέταξε στη Μόσχα την 16 Σεπτεμβρίου 1829 ([1]), ο Νικόλαος Ζωσιμάς απευθύνεται,  στον «Εκλαμπρότατον Κόμη», τον ενημερώνει για το ιστορικό των γραμματίων και τα διαδικαστικά θέματα είσπραξης των χρημάτων και  του ζητάει όπως «συνταχθέντων δε και εισπραχθέντων εις το της Ελληνικής Πολιτείας Γαζοφυλάκιον, η θέλησις και έφεσις ημών των  αυταδέλφων Ζωσιμάδων είναι όπως μένουσι εν αυτώ εν λόγω παντοτεινών και αναφαιρέτων δανείων, ο δε εξ αυτών νομοθετημένος αυτόθι ετήσιος τόκος, δαπανάται αεί υπό της αυτής πολιτείας προς βοήθειαν της ανατροφής των ορφανών τέκνων των εν τοις υπέρ πίστεως και πατρίδος μάχαις πεσόντων Ελλήνων». Για να έχουμε δε μία συγκριτική εικόνα του οικονομικού μεγέθους των 100.000 ρουβλίων, επισημαίνουμε ότι το ποσό αυτό αντιστοιχεί στο 10% των χρημάτων του Κληροδοτήματος Ζωσιμάδων (Διαθήκη Νικολάου Ζωσιμά).

Πολύ λίγα γνωρίζουμε για την τύχη αυτών των χρημάτων, ενώ στο βιβλίο «ΟΙ ΖΩΣΙΜΑΔΕΣ» του Στέφανου Μπέττη (σελίδα 106) καταχωρείται η πληροφορία ότι μέχρι το 1836 είχαν σταλεί στην Ελλάδα μόνο 13.703 δραχμές, που αντιστοιχούν, περίπου, στο 5% του ποσού και ότι τα υπόλοιπα χρήματα δεν έχουν εισπραχθεί ακόμη λόγω δυστροπίας της οφειλέτιδος. Πιθανολογώ  ότι, οι περιορισμένες αναφορές των ιστορικών σ’ αυτή την πολύ σημαντική προσφορά των Εθνικών μας Ευεργετών, οφείλεται στους εξής λόγους:

  • Αυτοί που είχαν επωμισθεί την ευθύνη διεκπεραίωσης των διαδικασιών είσπραξης και διάθεσης των χρημάτων ήταν ο Ιωάννης Καποδίστριας και, μέσω αυτού, η Ελληνική πολιτεία, «… ανατίθεμαι εις τε την υμετέραν καλοκαγαθίαν και την υπ’ αυτής διεπομένην Ελληνικήν πολιτείαν την μέριμναν….». Δηλαδή ήταν πολύ περιορισμένος ο κύκλος των ανθρώπων που είχαν την δυνατότητα πρόσβασης σε πληροφορίες, σχετικές με τη δωρεά.

  • Μετά την δολοφονία του Καποδίστρια (1831) και τον θάνατο του Νικολάου Ζωσιμά (1842) και όπως προκύπτει από το στοιχεία που αποκαλύφθηκαν, οι διαχειριστές δεν ενδιαφέρθηκαν καθόλου για την εκπλήρωση της επιθυμίας του διαθέτη και διαχειρίστηκαν αυθαίρετα (ή σκανδαλωδώς) τα χρήματα της «δωρεάς». Εκτιμώ ότι, οι φυσικοί και ηθικοί αυτουργοί της παραβίασης των κανόνων ηθικής και διαχειριστικής τάξεως, είχαν κάθε λόγο να αποκρύψουν κάθε σχετική πληροφορία.

  • Επειδή τα στοιχεία που είχαν δει το φως της δημοσιότητας ήταν ελλιπή ή παραποιημένα, φαίνεται ότι δεν εκδηλώθηκε κανένα σοβαρό ενδιαφέρον για την καταγραφή των στοιχείων των σχετικών με την εξέλιξη της «δωρεάς», μιας και είχε διαμορφωθεί η παραπλανητική εντύπωση, σύμφωνα με την οποία τα χρήματα απωλέσθηκαν οριστικά, δεν εισέρευσαν ποτέ στο ταμείο του κράτους και η επιθυμία του Νικολάου Ζωσιμά παρέμεινε τελικά ανεκτέλεστη επειδή..

Μετά από την έρευνα που έκανα στο Αρχείο της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος και στην Υπηρεσία Κληροδοτημάτων προέκυψαν πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία από τα οποία αποκαλύπτεται ότι: α) η δωρεά στην οποία αναφερόμαστε είναι «ενεργή» μέχρι τις μέρες μας και β) το αρχικό κεφάλαιο και τα έσοδα που προήλθαν απ’ αυτό (τόκοι, μερίσματα), έχουν κατασπαταληθεί και δεν αναλώθηκαν υπέρ του πατριωτικού σκοπού που είχε ορίσει ο διαθέτης.

 

  1. Επιστολή της Ένωσης Ηπειρωτικών Σωματείων Αθηνών

Τον Μάιο 1913, τρεις μήνες δηλαδή μετά την απελευθέρωση των Ιωαννίνων, η “Ένωση Ηπειρωτικών Σωματείων Αθηνών”, αναζητούσε πόρους για την ενίσχυση “των ορφανών τέκνων των εν τοις υπέρ πίστεως και πατρίδος μάχαις (προσφάτως) πεσόντων Ελλήνων”, φαίνεται δε ότι η προσπάθεια αυτή δεν βρήκε τη δέουσα ανταπόκριση από τις αρμόδιες υπηρεσίες του κράτους.

Τότε η Ένωση Ηπειρωτών έφερε ξανά στο προσκήνιο την λησμονημένη δωρεά της αδελφότητας Ζωσιμαδών και την 31ης Μαιου 1913 απηύθυνε στον Αυλάρχη Αλέξανδρο Μερκάτη μία επιστολή, με την οποία τον παρακαλούσε να “εγχειρίση την έγκλειστον αναφοράν προς την Αυτού Μεγαλειότητα τον Βασιλέα Κωνσταντίνον τον ΙΒ”. Από το περιεχόμενο δε της «εγκλείστου αναφοράς» που υπογράφεται από τον Τμηματάρχη της Εθνικής Τραπέζης Κ. Χατζημιχάλη, προκύπτουν τα εξής:

  • Είναι προφανές ότι ο Κ. Χατζημιχάλης άντλησε τις πληροφορίες από το αρχείο της Εθνικής Τράπεζας στην οποία εργάζονταν και, συνεπώς, τα στοιχεία που περιέχονται στην αναφορά του πρέπει να θεωρούνται ως απόλυτα ακριβή και αξιόπιστα.

  • Τα γραμμάτια της Ευδοκίας Τουρκοβίτσα, αξίας 100.000 ρουβλίων «μετά των δεδουλευμένων τόκων», εξοφλήθηκαν κανονικά και το σύνολο των χρημάτων στάλθηκε, το 1836, στην Ελλάδα. Προφανώς ο Κ. Χατζημιχάλης δεν γνώριζε το ακριβές κείμενο της επιστολής που απηύθυνε ο Νικόλαος Ζωσιμάς στον Ιωάννη Καποδίστρια και για τον λόγο αυτό θεωρεί ως χρονολογία πραγματοποίησης της δωρεάς την χρονολογία είσπραξης των χρημάτων (1836) και όχι την χρονολογία σύνταξης της επιστολής (1829).

  • Δεδομένου ότι: α) το ποσό που “τω 1836 οι Αοίδιμοι Αδελφοί Ζωσιμάδες κατέλιπον εις το Έθνος” ανήρχετο σε 210 δραχμάς και β) τα 100.000 ρούβλια ισοδυναμούσαν, εκείνη την εποχή, με 125.000 δραχμές, προκύπτει ότι το συνολικό ύψος των, μέχρι το 1836, εισπραχθέντων, τόκων ανήρχετο σε 145.210 δραχμές ([2]) και το οποίο, σύμφωνα με την εντολή του Νικολάου Ζωσιμά, έπρεπε να αναλωθεί «προς βοήθειαν της ανατροφής των ορφανών τέκνων κ.λ.π.».

  • Η αγορά των μετοχών της Εθνικής Τραπέζης και των «Ομολογιών των 6 εκατομμυρίων» πραγματοποιήθηκε κατά πάσα πιθανότητα το 1842, όταν δηλαδή ιδρύθηκε η Εθνική Τράπεζα. Από το 1836 έως το 1842 το ποσό που προήρχετο από τόκους αυξήθηκε κατά 35.890 δραχμές και ανήλθε στο ύψος των 181.100 δραχμών.

  • Ο Νικόλαος Ζωσιμάς είχε δώσει εντολή για κατάθεση των 125.000 δραχμών (100.000 ρουβλίων) “εις το της Ελληνικής Πολιτείας Γαζοφυλάκιον … και όπως μένουσι εν αυτώ εν λόγω παντοτεινών και αναφαιρέτων δανείων” . Εν τούτοις μόνο οι 65.000 δραχμές (δηλαδή το 52% των 100.000 ρουβλίων) διετέθη για αγορά μετοχών της Εθνικής Τράπεζας, το δε υπόλοιπο ποσό των 000 δραχμών (δηλαδή το 48% του κεφαλαίου) εδόθη, κατά παράβασιν των όρων της δωρεάς, ως “Προίξ εις το Ταμείον των Ιερατικών Σχολών”! Ο Κ. Χατζημιχάλης δηλώνει μάλιστα ότι “αγνοεί τους λόγους” που οδήγησαν στην συγκεκριμένη μείωση του κεφαλαίου!

  • Το ποσό των τόκων που είχαν εισπραχθεί μέχρι το 1842 ανήρχετο στο ποσό των 181.100 δραχμών και αντί να αναλωθούν «προς βοήθειαν της ανατροφής των ορφανών τέκνων κ.λ.π.» χρησιμοποιήθηκαν για την αγορά των 1.811 «ομολογιών των 6 εκατομμυρίων»!

  • Είναι προφανές ότι η ίδια τακτική ακολουθήθηκε και μετά το 1842, σύμφωνα δε με την μαρτυρία του Κ. Χατζημιχάλη “το μένον ήδη ποσόν, κατασπαληθέντων ουχί μόνον των τόκων αλλά και μέρους του κεφαλαίου ήτοι των 60.000 δραχμών των Ιερατικών σχολών και των 1.811 ομολογιών περιορίζεται νυν (Σ.Σ.: το 1913) μόνον εις τας 65 μετοχάς της Εθνικής Τραπέζης”! Εκτιμώ ότι ο επιστολογράφος δεν θα αποτολμούσε ποτέ την διατύπωση μιας μομφής “περί κατασπατάλησης των χρημάτων” εάν δεν διέθετε τα αποδεικτικά, περί τούτου, στοιχεία, πολύ δε περισσότερο επειδή η επιστολή δεν απευθύνονταν σε ένα τυχαίο πρόσωπο αλά στον ίδιο τον Βασιλέα. Πιστεύω ότι ο Κ. Χατζημιχάλη βάσισε την καταγγελία του στα στοιχεία που ήταν καταγεγραμμένα στην μερίδα της «δωρεάς» (στοιχεία εισροών και εκροών),

Δεν γνωρίζουμε εάν βρήκε ανταπόκριση το αίτημα της “Ένωσης Ηπειρωτικών Σωματείων Αθηνών”  η οποία υποστήριζε ότι η συγκεκριμένη δωρεά των αδελφών Ζωσιμαδών “δύναται να χρησιμεύση ως πυρήν και επικαίρως  προς εκτέλεσιν του σκοπού των διαθετών, ήτοι προς συντήρησιν και ανατροφήν των ορφανών τέκνων των εν τοις υπέρ πίστεως και πατρίδος μάχαις πεσόντων Ελλήνων”. Στην επόμενη παράγραφο παρατίθενται τα στοιχεία της πρόσφατης έρευνας που αφορούν στα έτη από το 1968 και μετά, ελπίζω δε ότι στον μέλλον θα πραγματοποιηθεί κάποια επιστημονική έρευνα στο αρχείο της “Διεύθυνσης Εθνικών Κληροδοτημάτων”, η οποία  μπορεί να μας δώσει πολλές χρήσιμες πληροφορίες για την εξέλιξη του Κληροδοτήματος και την διάθεση των εσόδων του για την περίοδο από το 1913 μέχρι το 1968.

  1. Επιστολή της Υπηρεσία Κληροδοτημάτων

Έχοντας πλέον υπ’ όψη μου τα πραγματικά στοιχεία που περιέχονται  στην επιτολή της Ένωσης Ηπειρωτικών Σωματείων Αθηνών και στην αναφορά του Κ. Χατζημιχάλη απευθύνθηκα στην Διεύθυνση Εθνικών Κληροδοτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών και με την,  από 12  Μαρτίου 2010, επιστολή μου τους ζήτησα κάθε πληροφορία ή στοιχείο πληροφορία ή στοιχείο που να αφορά το συγκεκριμένο Κληροδότημα και πιο συγκεκριμένα:

  • Αντίγραφο της πρωτοτύπου επιστολής του Νικολάου Ζωσιμά με την οποία γνωστοποιείται η δωρεά ή, εφ’ όσον αυτό είναι αδύνατο, το δακτυλογραφημένο κείμενο μετεγγραφής της εν λόγω επιστολής

  • Τον αριθμό, το είδος και την χρονολογία αγοράς των πρώτων μετοχών.

  • Κάθε έγγραφο ή στοιχείο που να συνδέεται με την διάθεση των χρημάτων υπέρ του αρχικού σκοπού (π.χ. επιστολές ευεργετηθέντων κ.λ.π.)

  • Τις μεταγενέστερες μεταβολές του σκοπού

  • Την ισχύουσα σήμερα απόφαση διαθέσεως των πόρων του Κληροδοτήματος

  • Την υφισταμένη σήμερα κατάσταση του χαρτοφυλακίου του Κληροδοτήματος

  • Το ισχύον πρόγραμμα διαθέσεως των πόρων του Κληροδοτήματος

  • Κάθε άλλο στοιχείο που, κατά την κρίση σας, θα ήταν χρήσιμο για την ενημέρωσή μας.

Η Διεύθυνση Εθνικών Κληροδοτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών μου απάντησε την 28η Απριλίου 2010 και από το έγγραφο της με αριθμό πρωτοκόλλου 1037213/2769/Β0011 αντλούνται πολλές σημντικές πληροφορίες για την εξέλιξη της δωρεάς του Νικολάου «προς βοήθειαν της ανατροφής των ορφανών τέκνων των εν τοις υπέρ πίστεως και πατρίδος μάχαις πεσόντων Ελλήνων»

  • Διάθεση των προσόδων του Κληροδοτήματος από το 1968 και μετά

Από την έρευνα που πραγματοποίησα δεν προέκυψε κανένα αποδεικτικό στοιχείο που να μας πείθει ότι οι πρόσοδοι του κληροδοτήματος – έστω και ενός μικρού ποσού εξ αυτών – διετέθησαν υπέρ του σκοπού που είχε ορίσει η Αδελφότητα Ζωσιμαδών. Απεναντίας, στην έγγραφη απάντηση της Διεύθυνσης Εθνικών Κληροδοτημάτων περιέχεται πληθώρα στοιχείων που μας πείθουν ότι τα χρήματα που προορίζονταν για την «βοήθειαν της ανατροφής των ορφανών τέκνων κ.λ.π.» κατασπαταλήθηκαν για την ικανοποίηση κάποιων ευτελών σκοπών και επιδιώξεων που, ούτως ή αλλιώς, βρίσκονται σε πλήρη αντίθεση με τις αγνές και πατριωτικές προθέσεις των διαθετών.

Η εντολή του Νικολάου Ζωσιμά ήταν απόλυτα σαφής: να κατατεθεί το κεφάλαιο της δωρεάς στην Τράπεζα αιωνίως (“λόγω παντοτεινών και αναφαιρέτων δανείων”)  και ετήσιος τόκος να δαπανάται αποκλειστικά και παντοτινά (“ο δε εξ αυτών νομοθετημένος αυτόθι ετήσιος τόκος, δαπανάται αεί”)  για την βοήθεια της ανατροφής των ορφανών τέκνων των “εν τοις υπέρ πίστεως και πατρίδος μάχαις πεσόντων Ελλήνων”. Είναι αυτονόητο ότι στην περίπτωση μη διαθέσεων των τόκων υπέρ του σκοπού του κληροδοτήματος, αυτοί θα έπρεπε να παραμένουν κατατεθειμένοι στην Τράπεζα για αύξηση του κεφαλαίου «μέχρι δημιουργίας των προϋποθέσεων δια την πραγματοποίηση του αρχικού σκοπού των δωρητών».

Βάσει των όσων αναγράφονται στην παράγραφο 1 του παρόντος κειμένου προκύπτει ότι οι τόκοι που εισπραχθήκαν μέχρι το 1842 ανέρχονταν σε 181.100 δραχμές και ότι το ποσό αυτό ούτε αναλώθηκε “προς βοήθειαν κ.λ.π.”, ούτε διατέθηκε και για την αύξηση του αρχικού κεφαλαίου (κατάθεση στην Τράπεζα ή αγορά μετοχών). Από το περιεχόμενο της αναφοράς του Κ. Χατζημιχάλη προκύπτει ότι, από το 1842 μέχρι το 1913, οι τόκοι  (αλλά και μέρος του κεφαλαίου) κατασπαταλήθηκαν, προφανώς με την ανοχή –  ή και την συνεργία ακόμη – της πολιτικής και της θρησκευτικής ηγεσίας.

Φαίνεται η ίδια τακτική ακολουθήθηκε από το 1913 και μετά. Δεν γνωρίζουμε τι μεσολάβησε μεταξύ 1913 και 1968 και ούτε ξέρουμε ποιες διοικητικές ή δικαστικές αποφάσεις είχαν εκδοθεί για τον ορισμό των διαχειριστικών κανόνων της δωρεάς. Από τα περιεχόμενα του εγγράφου της Διεύθυνσης Εθνικών Κληροδοτημάτων πληροφορούμαστε ότι, με πράξη των Υπουργών Οικονομικών και Παιδείας,  παρέχονται υποτροφίες σε 35 φοιτητές και σπουδαστές “εις βάρος των Εσόδων του Κληροδοτήματος Αδελφών Ζωσιμά”, χωρίς όμως να αναφέρονται οι προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιούνται για την παροχή αυτών των υποτροφιών. Φαίνεται ότι η ίδια διαχειριστική πρακτική ακολουθήθηκε και στα επόμενα χρόνια,  μέχρι 1979.

Μετά το 1979 εκδόθηκαν τέσσερις (4) Εφετειακές αποφάσεις για τον ορισμό του τρόπου διάθεσης των εσόδων του Κληροδοτήματος. Οι αλλεπάλληλες μεταβολές στον ορισμό του «τρόπου πληρέστερης ικανοποίησης των δωρητών», «των δικαιούχων του ευεργετήματος» και «τόπου καταγωγής των δικαιούχων» μας επιτρέπουν να υποθέσουμε ότι οι εν λόγω Εφετειακές αποφάσεις εξεδόθησαν με παρέμβαση πολιτικών προσώπων που απέβλεπαν – προφανώς – στην ικανοποίηση «ρουσφετολογικών» απαιτήσεων της εκλογικής τους πελατείας.

  • 8517/1979 απόφαση του Εφετείου Αθηνών απεφασίσθη ο τρόπος πληρέστερης ικανοποίησης των δωρητών ως εξής: οι πρόσοδοι της περιουσίας (των Ζωσιμάδων) θα διατίθενται για την ενίσχυση αριστούχων μαθητών των Τεχνικών και Επαγγελματικών Λυκείων Ηγουμενίτσας, Ιωαννίνων και Κόνιτσας ως και των καταγομένων από την Ήπειρο αριστούχων σπουδαστών των ΚΑΤΕΕ. Φυσικά … με την αίρεση ότι η διάθεση αυτή θα παύσει στην περίπτωση δημιουργίας των προϋποθέσεων δια την πραγματοποίηση του αρχικού σκοπού των δωρητών.

  • 8780/1985 απόφαση του Εφετείου Αθηνών διευρύνθηκε ο κύκλος των δικαιούχων της προγενέστερης απόφασης και καθορίστηκε ως τρόπος πληρέστερης ικανοποίησης των δωρητών: η διάθεση των προσόδων θα γίνεται σε μαθητές και σπουδαστές έχοντες λίαν καλώς με την ίδια πάντοτε αίρεση της δημιουργίας ενδεών ορφανών πολέμου

  • 1079/1989 απόφαση του Εφετείου Αθηνών διευρύνθηκε ο κύκλος των δικαιούχων της προγενέστερης απόφασης και καθορίστηκε ως τρόπος πληρέστερης ικανοποίησης των δωρητών: η διάθεση των προσόδων θα γίνεται, εκτός των ανωτέρω προσώπων και στους σπουδαστές και φοιτητές τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που κατάγονται από την Ήπειρο και έχουν βαθμό απολυτηρίου από τα σχολεία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης «άριστα» ή «πολύ καλά» προτιμωμένων των υποψηφίων της πρώτης κατηγορίας με την ίδια πάντοτε αίρεση της δημιουργίας ενδεών ορφανών πολέμου

  • Στη συνέχεια με την 6588/1997 απόφαση του Εφετείου Αθηνών καθορίζεται ως τρόπος πληρέστερης αξιοποίησης των προσόδων της περιουσίας η διάθεση τους για την ενίσχυση:

α) των αριστούχων και των εχόντων βαθμό «πολύ καλά» μαθητών των τεχνικών και επαγγελματικών λυκείων Ηγουμενίτσας, Ιωαννίνων και Κόνιτσαςκαθώς και των καταγγομένων από την Ήπειρο αριστούχων και εχόντων βαθμόν «πολύ καλά» σπουδαστών των ΤΕΙ

β) των φοιτητών και σπουδαστών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης των καταγομένων από την Ήπειρο και εχόντων βαθμόν απολυτηρίου από τα σχολεία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης «άριστα» ή «πολύ καλά» προτιμωμένων των υποψηφίων της πρώτης κατηγορίας.

γ) των καταγομένων από την Ήπειρο φοιτητών των εχόντων βαθμό πτυχίου τουλάχιστον λίαν καλώς για μεταπτυχιακές σπουδές στα ΑΕΙ της χώρας, χωρίς διαγωνισμό, σε θέσεις καθοριζόμενες κάθε έτος ανάλογα με την οικονομική κατάσταση της δωρεάς …

  • Υφισταμένη σύνθεση του χαρτοφυλακίου του Κληροδοτήματος

Σύμφωνα με τα στοιχεία που περιέχονται στο σχετικό έγγραφο της Διεύθυνσης Εθνικών Κληροδοτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών, την 28η Απριλίου 2010 η σύνθεση του χαρτοφυλακίου του Κληροδοτήματος είχε ως κάτωθι:

  • 600 μετοχές Τραπέζης Ελλάδος

  • 596 μετοχές Εθνικής Τραπέζης Ελλάδος

  • Δεκαετή ομόλογα ύψους 855.465 Ευρώ

  • Πενταετή ομόλογα ύψους 157.000 Ευρώ

  • Καταθέσεις ύψους 1.200.000 Ευρώ

Στο τέλος της έρευνας προσπάθησα να απαντήσω σε ένα ερώτημα που έθεσα ο ίδιος στον εαυτό μου: Πόσες μετοχές θα κατείχε σήμερα το Κληροδότημα εάν α)  δεν είχε απαλλοτριωθεί παράνομα το 48% του Κεφαλαίου και το οποίο διατέθηκε  ως “Προίξ εις το Ταμείον των Ιερατικών Σχολών” και β) τα χρήματα που προορίζονταν για των ορφανά των θυμάτων των εθνικών μας αγώνων δεν είχαν κατασπαταληθεί και είχαν διατεθεί για την αύξηση του Κεφαλαίου;

Μετά τους σχετικούς υπολογισμούς κατέληξα σε ένα εντυπωσιακό αποτέλεσμα, εκτιμώ όμως ότι η δημοσιοποίησή τους δεν έχει πλέον καμμιά σκοπιμότητα, απεναντίας δε ενέχει τον κίνδυνο του να αναλωθούμε σε μία στενάχωρη και ατελέσφορη κριτική ευτελών πράξεων και ασήμαντων προσώπων. Πιστεύω δε ότι καμμία άλλη σκέψη δεν επιτρέπεται να μολύνει την ψυχή μας όταν υποκλινόμαστε ευλαβικά για να τιμήσουμε το μεγαλείο της ψυχής και τον άδολο πατριωτισμό της Αδελφότητας Ζωσιμαδών!


Παραπομπές

[1]  Εξ όσων γνωρίζουμε δεν έχει διασωθεί το πρωτότυπο της επιστολής. Το επισυναπτόμενο κείμενο αποτελεί μετεγγραφή του πρωτοτύπου και το παραλάβαμε από την Διεύθυνση Κληροδοτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών

[2] Μία αύξηση κεφαλαίου κατά 116% σε ένα διάστημα 7 ετών (από το 1829 έως το 1836) προκύπτει όταν το ετήσιο επιτόκιο ανέρχεται, στην μεν περίπτωση αποδοχής του ανατοκισμού, σε 11,65%, στην αντίθετη δε περίπτωση, σε 16,60%. Όμως ο οποιοσδήποτε προσδιορισμός επιτοκίου δεν πρέπει να θεωρείται ασφαλής όταν δεν γνωρίζουμε βασικές παραμέτρους του προβλήματος όπως π.χ το ύψος του πληθωρισμού εκείνης της περιόδου ή τον χρόνο τοκισμού ή ανατοκισμού (είναι δηλαδή πιθανό η Ευδοξία Τουρκοβίτσα να είχε συνάψει το δάνειό της πολλά χρόνια πριν το 1829, οπότε η περίοδος τοκισμού δεν θα πρέπει να ληφθεί ίση με 7 έτη, αλλά με 10 ή 12 ή 15 έτη).

Συνημμένα