Εκπαιδευτικά συστήματα Ελλάδας και Φινλανδίας

Αποστόλου Κατσίκη, Ομότιμου Καθηγητή Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

Από την εκπαίδευση που «υφίσταται», αλλά δεν λειτουργεί,  στην εκπαίδευση-θεμέλιο για τη δημιουργία του μέλλοντος

Οι διαπιστώσεις για το επίπεδο της εκπαίδευσης στον τόπο μας, πολύ δε περισσότερο της Παιδείας, είτε αυτές εκφράζουν απόψεις ειδικών ή απλών πολιτών, συγκλίνουν σε μια κοινή συνισταμένη: το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα εδώ και πολλά χρόνια νοσεί, έχει εκτραπεί της πορείας του, δεν υλοποιεί τους ιδεολογικούς και πρακτικούς του στόχους. Εάν μάλιστα αποδεχθούμε τον ορισμό ότι η εκπαίδευση προετοιμάζει το σημερινό μαθητή-αυριανό πολίτη, να ενταχθεί ομαλά στην κοινωνία και να ανταποκριθεί ορθολογικά και επιτυχημένα ως άτομο στις προκλήσεις του αύριο, τότε προφανώς η ελληνική εκπαίδευση βαδίζει σε λάθος δρόμο. Οι θέσεις αυτές δεν αποτελούν παρά συμπτώματα της αποδεδειγμένης παθογένειας του εκπαιδευτικού συστήματος στη χώρα μας, γεγονός που όλοι μας παραδεχόμαστε, πολύ λίγα όμως πράττουμε ώστε να διορθωθούν τα κακώς κείμενα, παρά τις «άπειρες» εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις ή μάλλον (και) εξαιτίας αυτών.

Τους παραπάνω ισχυρισμούς έρχονται να επιβεβαιώσουν (και νομιμοποιήσουν θα έλεγα), τα αποτελέσματα επιστημονικών ερευνών που αποκαλύπτουν τα θετικά και αρνητικά της παρεχόμενης σε διάφορα κράτη εκπαίδευσης. Μια εξ αυτών, με τίτλο «Η ταυτότητα της ελληνικής Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης από το 2002 έως το 2014», που είδε πρόσφατα το φως της δημοσιότητας (Ιανουάριος 2016), διενεργήθηκε από το Κέντρο Ανάπτυξης Εκπαιδευτικής Πολιτικής της ΓΣΕΕ. Στην εκτενή έκθεση, μέσα από δεκάδες συγκριτικούς πίνακες που αφορούν στις 28 χώρες μέλη της ΕΕ, αποτυπώνεται η κατάσταση στο χώρο της εκπαίδευσης στη χώρα μας.

Το πρώτο από τα συμπεράσματα της έκθεσης αποκαλύπτει τις εξαιρετικά χαμηλές επιδόσεις των Ελλήνων μαθητών στα βασικά γνωστικά αντικείμενα (Μαθηματικά 24η θέση σε 28 κράτη, Γλώσσα/κατανόηση κειμένου 23η, Φυσικές επιστήμες 24η θέση). Οι χαμηλές επιδόσεις θεωρούνται συνάρτηση πολλών παραγόντων αλλά κυρίως αποδίδονται στην αναποτελεσματικότητα των προγραμμάτων σπουδών. Επίσης στους επτά διαθέσιμους στόχους που θέτει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για να διαπιστωθεί η πρόοδος εκσυγχρονισμού των εκπαιδευτικών συστημάτων, η Ελλάδα δεν βρίσκεται σε κανέναν από αυτούς μέσα στην πρώτη πεντάδα χωρών, την ώρα που χώρες με αντίστοιχα κοινωνικο-οικονομικά προβλήματα (Σλοβακία, Πορτογαλία, Εσθονία, Λετονία κ.λπ.) εμφανίζουν σαφώς καλύτερη εικόνα. Τούτο μαρτυρά πως δεν είναι μόνο η υποχρηματοδότηση, αλλά και η συνολική ποιότητα του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος που προκαλεί τη συγκεκριμένη αποκαρδιωτική εικόνα.

Σύμφωνα με την έρευνα τις πρώτες θέσεις στην κατάταξη καταλαμβάνουν χώρες της Ευρώπης με ισχυρή οικονομία και παράδοση στην Εκπαίδευση-Παιδεία, όπως π.χ. η Γερμανία, η Ολλανδία ή το Βέλγιο, αλλά και χώρες που συνιστούν «έκπληξη», με βάση την οικονομική τους δυσπραγία και τη στάθμη του βιοτικού τους επιπέδου. Παρόλο που τα οικονομικά μεγέθη δεν παίζουν πάντοτε τον πρώτο ρόλο στον τομέα εκπαιδευτική πολιτική, θα πρέπει εδώ να επισημανθεί, ότι η Εσθονία δαπανά για τη δημόσια εκπαίδευση το 6,47% του ΑΕΠ και η Πολωνία το 6,40%, έναντι 3, 20% της Ελλάδας.

Η παραπάνω διαφοροποίηση, σχετικά με τα οικονομικά μεγέθη που διατίθενται για την εκπαίδευση, απορρέει προφανώς από το διαφορετικό πλαίσιο αξιών και τη βαρύτητα που αποδίδει κάθε λαός και κράτος στην «επένδυση στην εκπαίδευση» ή με απλά λόγια πώς κάθε λαός αντιλαμβάνεται το ρόλο του «σχολείου» στη διαμόρφωση, την εξέλιξη και την προοπτική της κοινωνίας και του κράτους.

Η εν λόγω προσέγγιση και μόνο είναι ικανή να ερμηνεύσει την πρώτη θέση επιδόσεων και αποδόσεων που κατέχει τα τελευταία χρόνια σε όλες τις σχετικές έρευνες η Φινλανδία και γιατί το εκπαιδευτικό της σύστημα, κατά κοινή ομολογία το πλέον επιτυχημένο σε διεθνές επίπεδο, συνιστά «παράδειγμα προς μίμηση» και αντικείμενο ενδελεχών μελετών από ειδικούς και μη. Η Φινλανδία αποτελεί παγκοσμίως την προσωποποίηση του επιτυχημένου εκπαιδευτικού συστήματος. Μάλιστα, ξεχωρίζει ως μια από τις χώρες που παραδοσιακά φιγουράρουν στις κορυφαίες θέσεις της παγκόσμιας κατάταξης στο διεθνές πρόγραμμα αξιολόγησης μαθητών (PISA), του ΟΟΣΑ κ.α., με τους καλύτερους 15χρονους μαθητές της υφηλίου.

Οι ανωτέρω διαπιστώσεις ασφαλώς προκαλούν εύλογα ερωτηματικά που απορρέουν και συνδέονται με τους παράγοντες που λειτούργησαν παραμετρικά και οδήγησαν τη Φινλανδία σ’ αυτά τα αξιοζήλευτα αποτελέσματα.

Οι Φινλανδοί, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο είχαν την τόλμη και αποφασιστικότητα και προβούν σε ριζική αναβάθμιση του εκπαιδευτικού τους συστήματος. Ολόκληρος ο σχεδιασμός στηρίχτηκε σε μια βασική και (μάλλον) αυτονόητη αρχή: η εκπαίδευση συνιστά το θεμέλιο λίθο όλων των αναπτυξιακών πλευρών και εκφράσεων ενός σύγχρονου κράτους. Η Παιδεία θεωρήθηκε η βάση για τη δημιουργία του μέλλοντος. Με σύνεση, συνέπεια μεθοδικότητα και εθνική συναίνεση διαμόρφωσαν σταδιακά, κυρίως με τις μεταρρυθμίσεις της δεκαετίας του 1970 και του 1993, ένα εκπαιδευτικό σύστημα που μπορούσε να συμβάλει στη μόρφωση των παιδιών τους, στην επαρκή κατάρτισή τους και στην απόκτηση κατάλληλων προσόντων ώστε όχι μόνον να ενταχθούν ομαλά στην κοινωνία, αλλά να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις του μέλλοντος. Η στόχευση, μετά και τα θετικά δείγματα συμβολής της εκπαίδευσης στην ανέλιξη του κράτους, ήταν συγκεκριμένη: η διατήρηση του υψηλού και μορφωτικού επιπέδου-χαρακτήρα της εκπαίδευσης, η σύνδεσή του με την κοινωνία, την αγορά εργασίας και γενικότερα τις μελλοντικές προοπτικές ανάπτυξης της χώρας. Το αποτέλεσμα ήταν θεαματικό και δικαίωσε-δικαιώνει τις συγκεκριμένες επιλογές. Η οικονομία της Φινλανδίας ισχυροποιήθηκε και μεταμορφώθηκε από κατά βάση αγροτική, σε οικονομία των νέων τεχνολογιών, της έρευνας, της νέας επιχειρηματικότητας. Και βέβαια το εκπαιδευτικό της σύστημα αναδείχτηκε ως το καλύτερο της Ευρώπης/Κόσμου σε ότι αφορά την απόδοση των μαθητών της στη Γενική Παιδεία.

Ασφαλώς τα αποτελέσματα κάθε εγχειρήματος προσδιορίζονται και εξαρτώνται από- και αποδίδονται σε -συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Αυτό προφανώς ισχύει και για τα αποτελέσματα του φινλανδικού εκπαιδευτικού συστήματος. Ποια λοιπόν είναι τα ειδοποιά χαρακτηριστικά της εκπαίδευσης στη Φινλανδία τα οποία οδήγησαν τη χώρα αυτή στην κορυφή της κατάταξης των κρατών με τα αρτιότερα και αποτελεσματικότερα εκπαιδευτικά συστήματα;

Καθοριστικής σημασίας για την επίτευξη των βασικών στόχων της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης αποδείχτηκαν τα εξής:

Η ευρεία πολιτική, κοινωνική και συνδικαλιστική συναίνεση στον τομέα, Εκπαίδευση/Παιδεία/Πολιτισμός. Η εκπαιδευτική πολιτική που εφαρμόζεται στα σχολεία της Φινλανδίας είναι σταθερή, ανεξάρτητα αν αλλάζει η Κυβέρνηση ή ο υπουργός της Παιδείας. Η ενιαία μορφή της υποχρεωτικής εκπαίδευσης, οι ίσες ευκαιρίες μάθησης για όλους τους μαθητές και η ενίσχυση των υστερούντων, ο εξοπλισμός των σχολείων με τα πλέον σύγχρονα διδακτικά μέσα και η κατάλληλη αξιοποίησή τους, η αποκέντρωση του εκπαιδευτικού συστήματος και η παροχή αρμοδιοτήτων στην τοπική αυτοδιοίκηση, η οποία με υπευθυνότητα έγινε αρωγός στην προσπάθεια αναβάθμισης της εκπαίδευσης,

η εξύψωση του ρόλου των εκπαιδευτικών με υψηλά προαπαιτούμενα για την είσοδο στο λειτούργημά τους, η συνεχής επιμόρφωση και η αξιοπρεπής αμοιβή τους. Οι εκπαιδευτικοί στη Φινλανδία είναι απαραίτητο να κατέχουν μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών, διακρίνονται για το υψηλό αίσθημα επαγγελματισμού και το λειτούργημα του εκπαιδευτικού θεωρείται υψηλού κύρους. Η άμεση σύνδεση σχολείου με την κοινωνία και την αγορά εργασίας,

η εστίαση στη δημιουργική και χρήσιμη μάθηση, ευρέος και αξιακού τύπου, ηθικού χαρακτήρα, μάθηση στηριζόμενη στο παρελθόν με εφαρμογή καινοτόμων μεθόδων, με κοινή ευθύνη και εμπιστοσύνη μεταξύ των μελών/μερών του εκπαιδευτικού συστήματος.

Είναι περισσότερο από σαφές ότι το Φινλανδικό σχολείο προετοιμάζει υπεύθυνα τον σημερινό μαθητή/αυριανό πολίτη να αντιμετωπίσει με επιτυχία τις προκλήσεις του μέλλοντος.

Συμπερασματικά, επανερχόμενοι στην αφορμή συγγραφής του παρόντος σημειώματος, δηλ. στη δημοσιοποίηση της Ετήσιας Έκθεσης για την Εκπαίδευση ΚΑΝΕΠ-ΓΣΕΕ, διαπιστώνεται ότι:

Η εικόνα της ελληνικής πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης σε σύγκριση με το ευρωπαϊκό γίγνεσθαι προκαλεί βαθύτατη ανησυχία για το μέλλον των νεότερων γενεών και για το ίδιο το μέλλον της χώρας. Από τα στοιχεία της έρευνας προκύπτει σαφώς ότι βρισκόμαστε προ των πυλών μιας πανεθνικής εκπαιδευτικής τραγωδίας χωρίς ιστορικό προηγούμενο τις τελευταίες δεκαετίες. Το ζήτημα είναι βαθύτατα πολιτικό: εδώ και πολλά χρόνια η εκπαίδευση προχωρά χωρίς στρατηγικό σχεδιασμό, επάρκεια πόρων και αίσθηση του μέτρου, χωρίς όραμα, υφίσταται, αλλά επί της ουσίας δεν λειτουργεί.

Μήπως ήλθε επιτέλους η στιγμή, συναισθανόμενοι την κρισιμότητα των καταστάσεων να αναθεωρήσουμε πρακτικές δεκαετιών και ακολουθώντας τις κατευθυντήριες γραμμές του φινλανδικού μοντέλου να επενδύσουμε σοβαρά στην Εκπαίδευση με βάση την αυτονόητη αρχή: ότι ο συγκεκριμένος θεσμός, ο ισχυρότερος που διαθέτει η ανθρωπότητα για να ανταποκριθεί στα αιτήματα και στις ανάγκες, έτσι όπως αυτά διαγράφονται στην αρχή του 21ου αι., συνιστά το θεμέλιο λίθο όλων των αναπτυξιακών εκφράσεων ενός σύγχρονου κράτους και ότι η Παιδεία αποτελεί τη βάση για τη δημιουργία του μέλλοντος.