Εθνικοί Ευεργέτες και ο νέος Εθνοευεργετισμός..

Ομιλία του αποφοίτου της Ζωσιμαίας Σχολής Μιχάλη Παντούλα στην ημερίδα της Ένωσης Νέων Αυτοδιοικητικών στα Γιάννενα με θέμα «Ηπειρώτες Ευεργέτες»

Η φράση του κυνικού φιλόσοφου Αντισθένη, μαθητή του Σωκράτη, «αρχή σοφίας η των ονομάτων επίσκεψις», που σε ελεύθερη απόδοση σημαίνει πως “ο άνθρωπος αρχίζει να μαθαίνει όταν κατανοεί την πραγματική έννοια των λέξεων”, είναι νομίζω γνωστή σε όλους, τουλάχιστον στους περισσότερους. Τούτων δοθέντων η φράση Ηπειρώτες Ευεργέτες, μας προκαλεί, εν πρώτοις, σε άσκηση κατανόησης του φαινομένου, που ονομάζεται Ηπειρωτικός Ευεργετισμός.
Ας αρχίσουμε, λοιπόν, από την “επίσκεψη των ονομάτων”. Ευεργέτης ονομάζεται το πρόσωπο εκείνο, που προβαίνει εθελοντικά σε αγαθή και ωφέλιμη πράξη, ενέργεια ή προσφορά χωρίς την προσδοκία χρηματικών ή άλλων ανταλλαγμάτων. Η φράση δε εθνικοί ευεργέτες αναφέρεται σε πρόσωπα, που ευεργέτησαν το έθνος με μεγάλες δωρεές, κληροδοτήματα, ευαγή ιδρύματα, καθώς και με την καθιέρωση θεσμών, διαγωνισμών, υποτροφιών, κ.λπ.
Η αναγνώριση της ευεργεσίας και η έκφραση ευχαριστίας γι’ αυτήν αποδίδεται με τη λέξη ευγνωμοσύνη, η οποία εμπεριέχει, προφανώς, την έννοια της ευθύνης και του χρέους των ευεργετηθέντων προς τους ευεργετήσαντες. Την αντίθετη συμπεριφορά την χαρακτηρίζουμε ως αγνωμοσύνη και αχαριστία, που, δυστυχώς, περισσεύουν στις μέρες μας τόσο σε επίπεδο θεσμικής όσο και προσωπικής στάσης.
Και τώρα λίγες σκέψεις για τη λέξη Ηπειρώτης που προσδιορίζει τον όρο ευεργέτης. Στη λαϊκή ψυχή αλλά και στη βιβλιογραφία η έννοια της Ηπειρωτικής Ευεργεσίας εμπεριέχεται στον όρο, που ονομάζεται Ηπειρωτισμός. Πρόκειται για τη συνείδηση του ιδιάζοντος χρώματος που η Ήπειρος διαμόρφωσε στην ιστορική διαχρονία της. Με αδρές γραμμές ως Ηπειρωτισμό θα μπορούσαμε να ορίσουμε την αίσθηση του καθήκοντος, την έμπνευση, τον τρόπο ζωής, ύπαρξης και συμπεριφοράς, εντέλει να μιλήσουμε για μία ολόκληρη σχολή με βασικές συνιστώσες τη φιλοπατρία, το μέτρο, το λιτό βίο και την ανάδειξη του εμείς στη θέση του εγώ.
Για τούτο και το φαινόμενο του Ηπειρωτισμού δεν μπορεί να εξηγηθεί με όρους γεωγραφίας, αλλά με όρους κοινωνικής συνείδησης και πολιτισμικής έκφρασης, που αντιστοιχούν σε έναν ιδιαίτερο τρόπο σκέπτεσθαι, ζειν, δημιουργείν και προσφέρειν.
Στην κατεύθυνση αυτή η Ηπειρωτική Ευεργεσία αποτέλεσε μία συγκλονιστική στιγμή έκρηξης αυτού του φαινομένου και είναι ένα από τα θαύματα της ψυχικής δύναμης του Ηπειρώτη, που σε κρίσιμες, εθνικά, στιγμές αφυπνίζει τη συλλογική μνήμη για να πλημμυρίσει τις μικρές και τη μεγάλη πατρίδα με το περίσσευμα της αγάπης του.
Δεν ήταν λίγοι οι Ηπειρώτες Ευεργέτες, που, για την κατάκτηση του στόχου αυτού, επέλεξαν έναν ιδιότυπο “εγκώσμιο ασκητισμό”. Ο Ιωάννης Δομπόλης, ιδρυτής του Καπποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και πρώτος υπ. Οικονομικών στην Κυβέρνηση Καπποδίστρια, χρησιμοποίησε προς τούτο τον όρο “εγκαρτέρησις”. Πίσω από την απλή αυτή λέξη, που σημαίνει τη συνειδητή, καρτερική και αδιαμαρτύρητη υπομονή, κρύβονται όλες οι βιοτικές στερήσεις και απολαύσεις του βίου από τους Ηπειρώτες Ευεργέτες, ώστε ο οβολός τους να κατατεθεί εν τω συνόλω στο Ταμείο της Πατρίδας.
Ας αναλογισθούμε την εικόνα της Αθήνας, της πρωτεύουσας του νεοελληνικού κράτους, χωρίς το Ζάππειο, το Καπποδιστριακό Πανεπιστήμιο, την Ακαδημία, το Οφθαλμιατρείο, το Αρσάκειο, το κεντρικό κτήριο της Εθνικής Τράπεζας, το Μπάγκειο, το Πολυτεχνείο, τη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη, το Αστεροσκοπείο, το Αρχαιολογικό Μουσείο, τη Σχολή Ευελπίδων, το Καλλιμάρμαρο Παναθηναϊκό Στάδιο, τη Ριζάρειο Σχολή, το Ορφανοτροφείο Χατζηκώστα, τη Μητρόπολη Αθηνών και πλείστα ακόμη, όλα έργα της Ηπειρωτικής Ευποιΐας και Ευεργεσίας. Για τούτο και στην ιστορική μνήμη του οικουμενικού Ελληνισμού μένουν χαραγμένα ονόματα όπως: Ζωσιμάδες, Απ. Αρσάκης, Γεώργιος Γεννάδιος, Ιωάννης Δομπόλης, Γεώργιος Σταύρου, Ιωάννης Μπάγκας, Γεώργιος Αβέρωφ, Νικόλαος Στουρνάρης, Μιχαήλ Τοσίτσας, Ευαγγέλης και Κωνσταντίνος Ζάππας, Χριστάκης Ζωγράφος, Γεώργιος και Σίμων Σίνας, Γεώργιος Χατζηκώστας, Ζώης Καπλάνης, Μάνθος και Γεώργιος Ριζάρης και πλήθος άλλοι, όλοι με καταγωγή από τον ευλογημένο τόπο της εννιαίας Ηπείρου, παλαιάς και νέας.
Ο τίτλος από τους Ηπειρώτες Εθνικούς Ευεργέτες στη νέα Εθνευεργεσία εμπεριέχει, προφανώς, την αναγκαιμότητα επανάληψης ενός φαινομένου, που η εκδήλωσή του ωφέλησε πολλαπλώς το έθνος σε κρίσιμες, ιστορικά, στιγμές. Χωρίς να προσπερνώ ασυλλόγιστα ενστάσεις όπως μήπως ο νέος Εθνοευεργετισμός αποτελεί ιδεολόγημα κι ακόμη το ερώτημα αν η ιστορία μπορεί να επαναλαμβάνεται, επέλεξα να σας παρακινήσω σε μία περιπλάνηση κοινής αναζήτησης νέων μορφών εθνοευεργετισμού, που νομίζω ότι συμπίπτουν με τις σύγχρονες μορφές εφαρμοσμένου πατριωτισμού, όσο κι αν οι μεταμοντέρνοι ιστορικοί -εντόπιοι και ξένοι- θεωρούν τον πατριωτισμό «μιαν απλήν και γελοία “κατασκευή”», κατά τη ρήση του πανεπιστημιακού δάσκαλου Γιώργου Δερτιλή. Έχω την αίσθηση πως έτσι θα αποτίσουμε το φόρο τιμής που αξίζει στους Ευεργέτες, καθώς θα υποχρεωθούμε να οριοθετήσουμε το δικό μας χρέος, ως νεοελλήνων, υποκλινόμενοι στο μέγεθος της προσφοράς τους.
Πριν επιχειρήσουμε κάτι τέτοιο θέλω να σας θυμίσω την προτροπή του Περικλή προς τους Αθηναίους στον περίφημο Επιτάφιο Λόγο, που εκφωνήθηκε στην Αθήνα το φθινόπωρο του 431 π.Χ., δηλαδή 2.500, περίπου, χρόνια από σήμερα: «Εμοί δε αρκούν αν εδόκει είναι ανδρών αγαθών έργω γενομένων έργω και δηλούσθαι τας τιμάς», που σε ελεύθερη απόδοση σημαίνει: “εγώ θεωρώ σωστό και πρέπον πως όταν πρόκειται να τιμήσουμε πολίτες που με τα έργα τους αναδείχθηκαν αγαθοί, με έργα και εμείς οφείλουμε να τους αποδίδουμε τις τιμές”. Ας το τολμήσουμε, λοιπόν, με την αναγκαία επισήμανση πως ό,τι ειπωθεί εδώ αποτελεί μόνο την αρχή ενός ευρύτερου προβληματισμού, που ελπίζω να εμπλουτισθεί σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο, ενδεχομένως και ως άσκηση αυτογνωσίας. Και κάτι ακόμη που το θεωρώ εξαιρετικά σημαντικό. Ο νέος Εθνοευεργετισμός, στις συνθήκες που βιώνει η πατρίδα μας σήμερα, δεν μπορεί να αφορά μόνο μεμονωμένα πρόσωπα ούτε μπορεί να τα αποκλείει. Όσα συμβαίνουν γύρω μας επιβάλλουν την κινητοποίηση ευρύτερων συλλογικοτήτων, με πρωτοπορία τη νέα γενιά, για τη διαμόρφωση μιας νέας κουλτούρας υπέρβασης των προκλήσεων, που μας αφορούν όλους.
– Πρώτο: Ο νέος Εθνοευεργετισμός δεν είναι ιδεολόγημα, είναι όραμα. Το ιδεολόγημα είναι συνταγή, το όραμα είναι στόχος. Τούτο σημαίνει ότι οι Έλληνες πρέπει να ξαναπιστέψουμε στον εαυτό μας, να καταλάβουμε ότι η οικονομική ανάπτυξη είναι συνάρτηση της κατά κεφαλήν καλλιέργειας, να ορίσουμε τη φοροδιαφυγή ως την επονειδέστερη πράξη, να αντισταθούμε στην επιχειρούμενη αμφισβήτηση του ιστορικού ονόματός μας, να αναστοχαστούμε τις συλλογικές ανατάσεις, τις αστοχίες και τα σφάλματά μας. Να αγαπήσουμε, δηλαδή, την πατρίδα μας περισσότερο από ποτέ, τη γλώσσα, την παράδοση, τον πολιτισμό μας και να αισθανθούμε περήφανοι όχι στα λόγια αλλά στην πράξη, συμπεριφορά που πρέπει να διαχυθεί από τα υψηλότερα κλιμάκια έως τον ταπεινότερο πολίτη. Η δημοσιοϋπαλληλία να θεωρηθεί κοινωνική προσφορά, η γεωργικο-κτηνοτροφική παραγωγή συναρπαστική αναζήτηση δημιουργίας και πρωτοτυπίας, ο επιχειρηματικός ανταγωνισμός περιπέτεια για ταλαντούχους. Οι Έλληνες δεν έχουμε το δικαίωμα να συνηθίσουμε στην Ελλάδα της παρακμής.
– Δεύτερο: Νέος Εθνοευργετισμός σημαίνει, ακόμη, τη διαμόρφωση συνθηκών για την έκφραση του συνόλου των δυνάμεών μας σε λυτρωτική ομοψυχία και συλλειτουργία. Με την παραδοχή ότι οι ευθύνες δεν κατανέμονται σε όλους το ίδιο, κανένας συνέλληνας δεν μπορεί να παραμερίζει τις δικές του ασυλλόγιστα. Κι ούτε η αδιαφορία, η απογοήτευση, η ιδιώτευση και η περιφρόνηση σε κάθετι το συλλογικό είναι στάση ζωής. Είναι καιρός να αφήσουμε τον ανωφέλητο θεωρητικό πατριωτισμό των μπαλκονιών και να συνηθίσουμε στην ανάγκη να θυσιάζουμε ξάγρυπνοι στο πόστο μας για το κοινό καλό ένα, τουλάχιστον, μέρος από το δυναμισμό μας. Η εμφυλιοπολεμική νοοτροπία που μεταδόθηκε από γενιά σε γενιά και που αναβίωσε στα χρόνια της κρίσης τροφοδότησε τη δημαγωγία και το λαϊκισμό, χωρίς να προσθέσει τίποτε στην πατρίδα. Μας περισσεύει η οικονομική κρίση, δεν χρειαζόμαστε και άλλες για να ομονοήσουμε, γιατί τότε θα είναι πολύ αργά. Είναι προφανές ότι ο νέος Εθνοευεργετισμός έχει ως αφετηρία το βαθύ και αμοιβαίο σεβασμό στη διαφορετικότητα ιδεών και απόψεων, αναγκαία προϋπόθεση για την κατάκτηση της εθνικής ενότητας.
– Τρίτο: Γνωρίζω πως είναι δύσκολο να βάζεις το χέρι σου στις ουλές της ιστορίας. Δεν υπάρχει, όμως, άλλος τρόπος να μελετήσουμε τα σημάδια που αυτές μας άφησαν πίσω, κυρίως δε να μην ξεχάσουμε ποτέ τις δυνάμεις που τα προξένησαν και τις ιδέες που θέριεψαν τους μηχανισμούς της καταστροφικής μανίας. Θα πρότεινα προς τούτο τρίτη μορφή του νέου Εθνοευεργετισμού, χρέος βαρύτερο από τα προηγούμενα, να ορίσουμε το φανέρωμα της αλήθειας. Προσωπική ή γενική, εμπειρική ή επιστημονική, αυτονόητη ή τολμηρή, ανώδυνη ή επικίνδυνη είναι έργο μας να την αποκαλύψουμε: μορφωτικό αγαθό αναντικατάστατο, πρώτο ξεκίνημα για κάθε σωστή ενέργεια, διάγνωση και συνάμα γιατρειά στις πληγές μας. Άλλωστε, την παρακαταθήκη πως «εθνικό είναι ό,τι είναι αληθές» την παραλάβαμε από τον εθνικό μας ποιητή, το Διονύσιο Σολωμό.
– Τέταρτο: Ο κάθε Έλληνας κρατά στα χέρια του ένα κομμάτι της πατρίδας: το σπίτι του, το χωράφι του, την οικογένειά του κι ακόμη το επάγγελμά του με το οποίο υπηρετεί την κοινωνία, που τον ανταμείβει. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον καλούμαστε να βρούμε τη χρυσή τομή ανάμεσα στο ατομικό και στο κοινωνικό όφελος, στο προσωπικό και στο δημόσιο συμφέρον, στο ιδιοτελές κέρδος και σε αυτό που μπορεί να διαχέεται, τυτοχρόνως, σε πολλούς. Κι ακόμη να αντισταθούμε στην ανθρώπινη φύση, που μας οδηγεί πάντοτε στο να αναζητούμε τον εύκολο δρόμο για να πετύχουμε τους στόχους μας. Θα το έλεγα πιο απλά ότι καθημερινά ο καθένας από εμάς πραγματοποιεί ένα αναρίθμητο πλήθος από συγκεκριμένες ενέργειες ή παραλείψεις. Το δικό μας σωστό και το δικό μας λάθος, με τη βαρύτητα που προσδίδει στις πράξεις η θέση του καθενός, είναι που αθροιστικά συνδιαμορφώνουν το παρόν και το μέλλον μας. Έτσι θα πρότεινα ως τέταρτη μορφή του νέου Εθνοευεργετισμού τον ορισμό της συγκέντρωσης όλων στο έργο που μας ανατέθηκε με ταυτόχρονη εκδήλωση μιας ιδιαίτερης προσοχής, μιας κρυφής -μικρής έστω- ευσεινηδησίας που θα πρέπει, του λοιπού, να συνοδεύει τις πράξεις μας. Το αποζητά η πατρίδα από όλους να πολεμήσουμε συνειδητά τη λογική της ήσσονος προσπάθειας, που ακυρώνει το παρόν και το μέλλον αυτού του τόπου.
– Πέμπτο (και τελευταίο): Όταν μοχθούμε να πετύχουμε το σωστό για το δικό μας και της πατρίδας το καλό δεν είναι μόνο το συγκεκριμένο έργο η μόνη προσφορά. Είναι και το παράδειγμα που δίνουμε στους άλλους. Και καθώς ζούμε σε εποχές, όπου τα παραδείγματα σπανίζουν, η αλληλοδιδακτική επίδραση των έργων και της στάσης μας είναι πολύ μεγαλύτερη από όσο νομίζουμε, γιατί ο άνθρωπος το έχει στη φύση του να μιμείται. Θεληματικά ή αθέλητα, συνειδητά ή όχι ο κάθε Έλληνας, από το πλέον επίσημο πρόσωπο έως τον ελάχιστο πατριώτη, διδάσκει με τη ζωή του τους άλλους και είναι του καθενός ευθύνη τι διδάσκει. Την αγάπη για την πατρίδα και τους συνέλληνες οι Ευεργέτες την κατέθεσαν με τρόπο συγκλονιστικό προς μίμηση ημών των επιγενομένων. Προς τούτο καλούνται και οι σύγχρονοι έχοντες και κατέχοντες, που, σε αντίθεση με τους Ευεργέτες, το δικό τους οβολό τον αποθησαύρισαν στο εξωτερικό, να τον επαναφέρουν στην πατρίδα. Είναι το ελάχιστο που οφείλουν να πράξουν τάχιστα. Διαφορετικά πρέπει να αποβληθούν πάραυτα από κάθε δημόσιο αξίωμα.
Ζητώντας σε τούτους τους δύσκολους καιρούς να οδηγήσουμε την έκφραση του νέου Εθνοευεργετισμού πέραν, ενδεχομένως, από το ανθρώπινο μέτρο, όπως το έπραξαν οι Ηπειρώτες Ευεργέτες, ουσιαστικά αναζητούμε σύγχρονες μορφές εκδήλωσης ενός φαινομένου την ώρα, που οι ανάγκες και οι προτεραιότητες των ανθρώπων άλλαξαν δραματικά. Και θα ήταν οι ελπίδες μας πολύ μικρές αν δεν έστεκε, ακόμη και σήμερα εθνικό κεφάλαιο, δυναμικό κίνητρο για όλους, βαθιά, θεμελιακή και ακατάλυτη η αγάπη της πατρίδας.